21 Μάι 2026

Οι 4 στους 10 εργαζόμενους δηλώνουν αναντιστοιχία σπουδών – εργασίας

  • RE+D Magazine

Μια σύνθετη εικόνα για τη σχέση δεξιοτήτων, αγοράς εργασίας και επαγγελματικής κατάρτισης στην Ελλάδα αποτυπώνει η μεγαλύτερη μέχρι σήμερα πανελλαδική έρευνα εργαζομένων του ΙΝΕ ΓΣΕΕ, η οποία εξετάζει το επίπεδο δεξιοτήτων, τις αναντιστοιχίες προσόντων και την αξιοποίησή τους στον ιδιωτικό τομέα.

Η ποσοτική έρευνα πραγματοποιήθηκε σε δείγμα 6.000 εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα σε όλη την Ελλάδα, μέσω τηλεφωνικών συνεντεύξεων, το διάστημα 3 Νοεμβρίου – 9 Δεκεμβρίου 2025, από τις εταιρείες Alco, Metron Analysis και Prorata. Τα ευρήματα αναδεικνύουν ότι το ζήτημα των δεξιοτήτων δεν περιορίζεται αποκλειστικά στην εκπαίδευση ή στην επαγγελματική κατάρτιση, αλλά συνδέεται άμεσα με την ποιότητα της εργασίας, τον τρόπο οργάνωσης των επιχειρήσεων και την αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού.

Έντονη αναντιστοιχία μεταξύ σπουδών και εργασίας

Ένα από τα βασικότερα συμπεράσματα της έρευνας είναι η αδύναμη σύνδεση μεταξύ σπουδών και πραγματικής εργασίας για σημαντικό μέρος των εργαζομένων.

Συγκεκριμένα, 42,6% των εργαζομένων δηλώνει ότι οι σπουδές ή τα προσόντα τους σχετίζονται «λίγο ή καθόλου» με την τρέχουσα εργασία τους, ενώ 44,2% θεωρεί ότι υπάρχει μεγάλη ή πολύ μεγάλη συνάφεια. Η αναντιστοιχία εμφανίζεται ιδιαίτερα έντονη στις πιο επισφαλείς μορφές απασχόλησης. Σχεδόν 73% των εργαζομένων σε εκ περιτροπής εργασία και 66,2% των μερικώς απασχολούμενων δηλώνουν χαμηλή σύνδεση μεταξύ σπουδών και θέσης εργασίας.

Παράλληλα, η έρευνα καταγράφει ισχυρή συσχέτιση μεταξύ συνάφειας σπουδών και εργασιακής απόδοσης. Μεταξύ όσων δηλώνουν ότι ανταποκρίνονται σε πολύ μεγάλο βαθμό στα καθήκοντά τους, το 55,4% αναφέρει υψηλή συνάφεια σπουδών και εργασίας. Αντίθετα, μεταξύ όσων δηλώνουν χαμηλή ανταπόκριση, 9 στους 10 θεωρούν ότι οι σπουδές τους έχουν μικρή ή μηδενική σχέση με την εργασία τους.

Υπάρχουν δεξιότητες που μένουν αναξιοποίητες

Η έρευνα ανατρέπει εν μέρει τη συζήτηση περί ελλείψεων δεξιοτήτων στην αγορά εργασίας.

Σχεδόν δύο στους τρεις εργαζόμενους (65%) θεωρούν ότι διαθέτουν ακριβώς το επίπεδο δεξιοτήτων που απαιτεί η εργασία τους. Ωστόσο, 29% εκτιμά ότι διαθέτει υψηλότερες δεξιότητες από αυτές που απαιτεί η θέση του, ενώ μόλις 3,6% δηλώνει ότι υπολείπεται των απαιτήσεων.

Το εύρημα δείχνει ότι το πρόβλημα δεν αφορά μόνο έλλειμμα δεξιοτήτων αλλά και περιορισμένη αξιοποίηση ήδη υπαρχόντων γνώσεων και προσόντων. Για όσους δηλώνουν ότι διαθέτουν περισσότερες δεξιότητες από όσες απαιτούνται, βασική αιτία φαίνεται να είναι οι συνθήκες της αγοράς εργασίας: 39% αναφέρει ότι αποδέχθηκε θέση εργασίας άμεσα, παρά την υπερκάλυψη προσόντων, ενώ περίπου 20% επικαλείται λόγους σταθερότητας ή έλλειψη διαθέσιμων θέσεων στο αντικείμενό του.

Ψηφιακές δεξιότητες στην κορυφή των αναγκών

Στην ερώτηση για τις δεξιότητες που θα επιθυμούσαν να αναπτύξουν περισσότερο, σχεδόν ένας στους δύο εργαζόμενους (48,6%) ανέδειξε τις ψηφιακές δεξιότητες ως βασική προτεραιότητα.

Ακολουθούν:

  • κοινωνικο-συναισθηματικές δεξιότητες (27,9%)
  • γνωστικές δεξιότητες (24,2%)
  • διοικητικές και οργανωτικές (21,4%)
  • τεχνικές δεξιότητες (20,6%)

Το στοιχείο αυτό υποδηλώνει ότι οι εργαζόμενοι αντιλαμβάνονται την ανάγκη συνεχούς προσαρμογής όχι μόνο σε τεχνολογικό επίπεδο αλλά και σε ευρύτερες επαγγελματικές δεξιότητες. Παρά τη δημόσια συζήτηση για την τεχνητή νοημοσύνη και τον μετασχηματισμό της εργασίας, μόλις 24,1% θεωρεί πιθανό οι δεξιότητες του επαγγέλματός του να καταστούν παρωχημένες μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια.

Η συνεχιζόμενη κατάρτιση παραμένει περιορισμένη

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα στοιχεία για τη συμμετοχή σε προγράμματα κατάρτισης.

Σχεδόν τρεις στους τέσσερις εργαζόμενους (74,5%) δηλώνουν ότι δεν συμμετείχαν σε κανένα πρόγραμμα κατάρτισης ή επιμόρφωσης τον τελευταίο χρόνο, ενώ μόνο 25,5% παρακολούθησε κάποιο πρόγραμμα. Η πρόσβαση στην κατάρτιση διαφοροποιείται έντονα ανάλογα με το μορφωτικό επίπεδο και το εισόδημα. Η συμμετοχή φτάνει στο 41,4% μεταξύ κατόχων μεταπτυχιακών τίτλων, ενώ περιορίζεται κοντά στο 10%-12% στους εργαζόμενους χαμηλότερων εκπαιδευτικών βαθμίδων.

Αντίστοιχα, εργαζόμενοι με υψηλότερες αποδοχές συμμετέχουν συχνότερα σε προγράμματα επιμόρφωσης, γεγονός που, σύμφωνα με την έρευνα, δείχνει ότι η κατάρτιση λειτουργεί περισσότερο ως μηχανισμός ενίσχυσης υφιστάμενων πλεονεκτημάτων παρά μείωσης ανισοτήτων.

Μεικτή εικόνα από τις επιχειρήσεις

Η στάση των επιχειρήσεων απέναντι στην κατάρτιση παραμένει ανομοιογενής. Πάνω από 57% των εργαζομένων θεωρεί ότι η επιχείρηση όπου εργάζεται στηρίζει τη συνεχιζόμενη επαγγελματική κατάρτιση, ενώ 36% εκτιμά το αντίθετο. Η υποστήριξη εμφανίζεται ισχυρότερη στις μεγάλες επιχειρήσεις: από 46,2% στις πολύ μικρές εταιρείες, το ποσοστό φτάνει σχεδόν στο 70% στις επιχειρήσεις με περισσότερους από 250 εργαζόμενους.

Το συνολικό συμπέρασμα της έρευνας είναι ότι η συζήτηση για τις δεξιότητες στην Ελλάδα χρειάζεται να μετατοπιστεί από τη μονοδιάστατη αναφορά στην «επάρκεια εργαζομένων» προς ζητήματα ποιότητας της εργασίας, παραγωγικής οργάνωσης και ουσιαστικής αξιοποίησης του ανθρώπινου δυναμικού.




By browsing this website, you agree to our privacy policy.
I Agree