Την ίδια στιγμή, η ψηφιακή τεχνολογία μεταβάλλει τον τρόπο με τον οποίο οι καταναλωτές αναζητούν πληροφορίες και πραγματοποιούν τις αγορές τους, με τα φυσικά καταστήματα και τα ηλεκτρονικά κανάλια να λειτουργούν ολοένα και περισσότερο συμπληρωματικά.
Αυτή είναι η εικόνα που προκύπτει από δύο έρευνες της Circana και της Brands Mirror, οι οποίες παρουσιάστηκαν στο ECR GATHERING 2026 – Decoding Shopper Behavior Together, στον πολυχώρο εκδηλώσεων ΔΑΪΣ. Τα ευρήματα σκιαγραφούν έναν καταναλωτή περισσότερο προσεκτικό στη διαχείριση του προϋπολογισμού του, αλλά και πιο απαιτητικό απέναντι στις επιχειρήσεις λιανεμπορίου, καθώς αναζητά τον καλύτερο συνδυασμό τιμής, ποιότητας, εξυπηρέτησης και ευκολίας.
Η ακρίβεια πιέζει τα νοικοκυριά και ενισχύει την ιδιωτική ετικέτα
Σύμφωνα με την έρευνα της Circana με τίτλο «Κατανάλωση σε Μετάβαση: Οι Δυνάμεις που Διαμορφώνουν το Αύριο της Αγοράς», το 74% των καταναλωτών διαχειρίζεται τα οικονομικά του με δυσκολία ή ιδιαίτερη προσοχή, ενώ ο μέσος δείκτης οικονομικής ασφάλειας διαμορφώνεται μόλις στο 3,89 με άριστα το 10. Παράλληλα, το 57% δηλώνει ότι προβληματίζεται από τη σχέση μεταξύ αμοιβών και κόστους ζωής, με τη στεγαστική δαπάνη να αποτελεί πρόσθετη πηγή πίεσης.
Σε αυτό το περιβάλλον, οι καταναλωτές περιορίζουν τις δαπάνες σε μη βασικές κατηγορίες, όπως η διασκέδαση και η ένδυση, ενώ οργανώνουν πιο προσεκτικά τις αγορές τους. Η σύγκριση τιμών και προσφορών, καθώς και ο έλεγχος της τιμής ανά κιλό, λίτρο ή τεμάχιο, αποκτούν κεντρική θέση στην αγοραστική διαδικασία.
Ενδεικτικό της αλλαγής συμπεριφοράς είναι ότι το 63% των καταναλωτών αγοράζει συχνά προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας, επιδιώκοντας εξοικονόμηση χρημάτων χωρίς να εγκαταλείπει συνολικά τις επώνυμες μάρκες.
Τα σούπερ μάρκετ διατηρούν, πάντως, την ισχυρότερη θέση εμπιστοσύνης μεταξύ των κλάδων λιανεμπορίου που εξετάζει η Circana, με μέση βαθμολογία 4,48 στα 7. Η μέση μηνιαία δαπάνη για αγορές από σούπερ μάρκετ ανέρχεται σε 347 ευρώ, επιβεβαιώνοντας τη βαρύτητα της κατηγορίας στον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Παρά τις οικονομικές πιέσεις, η διάθεση για εμπειρίες και κοινωνικές δραστηριότητες παραμένει. Το 60% δηλώνει ότι σχεδιάζει να κάνει διακοπές, ενώ οι καταναλωτές πραγματοποιούν κατά μέσο όρο 4,3 γεύματα εκτός σπιτιού και 2,6 επισκέψεις σε καταστήματα τροφίμων την εβδομάδα.
Το phygital λιανεμπόριο αλλάζει την αγοραστική διαδρομή
Η έρευνα της Brands Mirror, με τίτλο «Omni channel Shopper Journey Research: Η Νέα Αγοραστική Διαδρομή στην Εποχή του Phygital», καταγράφει τη σύγκλιση φυσικών και ψηφιακών καναλιών. Μόλις το 36,3% πραγματοποιεί κυρίως τις αγορές του σε φυσικά καταστήματα, ενώ το 40,3% μοιράζεται μεταξύ online και offline αγορών. Αντίθετα, το 23,3% προτιμά κυρίως τις ηλεκτρονικές αγορές.
Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι ότι το 86,2% δηλώνει πως έχει μετακινηθεί από το ένα κανάλι στο άλλο κατά τη διάρκεια της ίδιας αγοραστικής διαδρομής. Ο καταναλωτής μπορεί να ενημερωθεί στο διαδίκτυο, να συγκρίνει προϊόντα και τιμές και στη συνέχεια να αγοράσει από φυσικό κατάστημα ή να ακολουθήσει την αντίστροφη πορεία.
Σχεδόν το ένα τρίτο των καταναλωτών, ποσοστό 33,7%, πραγματοποίησε αγορά απευθείας σε φυσικό κατάστημα χωρίς προηγούμενη έρευνα, ενώ το 9,2% έκανε online αγορές. Από την άλλη πλευρά, το 27,7% ακολούθησε αποκλειστικά ψηφιακή διαδρομή, αναζητώντας πληροφορίες και ολοκληρώνοντας την αγορά μέσω διαδικτύου. Ένα επιπλέον 28,3% συνδύασε τα δύο κανάλια, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την έρευνα online και την αγορά offline, γνωστή ως ROPO.
Στην κατηγορία των τροφίμων, το φυσικό κατάστημα διατηρεί ιδιαίτερη σημασία. Το 45% προτιμά να αναζητά πληροφορίες για τα προϊόντα στο κατάστημα, το 31% συνδυάζει online και offline έρευνα, ενώ το 24% ενημερώνεται αποκλειστικά μέσω διαδικτύου. Η άμεση επαφή με το προϊόν εξακολουθεί, επομένως, να επηρεάζει ουσιαστικά την τελική επιλογή.
Τιμή και προσφορές καθορίζουν την επιλογή καταστήματος
Η τιμή αποτελεί τον σημαντικότερο παράγοντα αγοράς, με ποσοστό 92%, σύμφωνα με τη Brands Mirror. Ακολουθούν οι προσφορές με 79,1% και οι κριτικές με 42,3%. Σημαντικά κριτήρια είναι επίσης η ευκολία αγοράς και παράδοσης, η διαθεσιμότητα, τα προγράμματα πιστότητας και η αγοραστική εμπειρία.
Αντίστοιχη είναι η εικόνα και στην επαναγορά: οι τιμές και οι προσφορές συγκεντρώνουν ποσοστό 78%, η εξυπηρέτηση 42,3%, η ευκολία της διαδικασίας 31,7% και η ταχύτητα 21,4%.
Τα ευρήματα αναδεικνύουν ότι η ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων δεν εξαρτάται μόνο από την τιμολογιακή πολιτική τους. Η διαθεσιμότητα προϊόντων, η αποτελεσματική εξυπηρέτηση και η απρόσκοπτη αγοραστική εμπειρία αποτελούν εξίσου σημαντικές προϋποθέσεις για τη διατήρηση της πελατείας.
Οι εφαρμογές και η τεχνητή νοημοσύνη στο επίκεντρο
Οι εφαρμογές λιανεμπορίου ενισχύουν τη σύνδεση μεταξύ φυσικών και ψηφιακών καναλιών, κυρίως μέσω των οικονομικών κινήτρων που προσφέρουν. Το 65,6% των καταναλωτών χρησιμοποιεί τέτοιες εφαρμογές τουλάχιστον περιστασιακά, ενώ το 23,6% τις χρησιμοποιεί συχνά.
Βασικότερη χρήση είναι η ενεργοποίηση προσφορών και κουπονιών, με ποσοστό 58%, ενώ ακολουθούν η προετοιμασία πριν από την επίσκεψη στο κατάστημα, η χρήση καρτών πιστότητας και οι δραστηριότητες μετά την αγορά. Επιπλέον, το 38,2% δηλώνει ότι οι εφαρμογές βοηθούν πολύ ή πάρα πολύ στη σύνδεση των online και offline αγορών.
Οι προσωποποιημένες προτάσεις προϊόντων γίνονται περισσότερο αποδεκτές όταν συνοδεύονται από απτό οικονομικό όφελος. Το 65,6% τις θεωρεί πραγματικά χρήσιμες όταν προσφέρουν καλύτερη τιμή ή κουπόνι, ενώ το 23,2% τις αξιολογεί θετικά όταν βασίζονται σε προηγούμενες αγορές. Αντίθετα, οι υπερβολικά διαφημιστικές προτάσεις ή όσες δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες του καταναλωτή συχνά αγνοούνται.
Η τεχνητή νοημοσύνη αρχίζει επίσης να επηρεάζει τη διαδικασία αναζήτησης πληροφοριών και προσφορών, χωρίς ωστόσο να έχει εδραιωθεί ως καθολικά αποδεκτός σύμβουλος αγορών. Μόλις το 14% δηλώνει ότι εξυπηρετείται περισσότερο από τη χρήση της για τον συγκεκριμένο σκοπό, ενώ το 29,9% εμφανίζεται επιφυλακτικό και το 12,2% εκφράζει αρνητική στάση.
Παράλληλα, το 53,3% θέλει να γνωρίζει γιατί του προτείνεται ένα προϊόν, στοιχείο που αναδεικνύει τη σημασία της διαφάνειας και της εμπιστοσύνης. Η αποδοχή της τεχνητής νοημοσύνης για αυτόματες ή επαναλαμβανόμενες αγορές βασικών ειδών παραμένει επίσης περιορισμένη, στο 20,8%.
Η έλλειψη προϊόντων κοστίζει σε πωλήσεις και πιστότητα
Η διαθεσιμότητα εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για τις επιχειρήσεις λιανεμπορίου. Σύμφωνα με την έρευνα της Brands Mirror, όταν ένα προϊόν δεν είναι διαθέσιμο, στο 42,9% των περιπτώσεων χάνεται η πώληση για τη συγκεκριμένη μάρκα. Το 28,5% των καταναλωτών στρέφεται σε ανταγωνιστικό προϊόν και το 14,4% επιλέγει προϊόν άλλης κατηγορίας.
Παράλληλα, το 41% επιλέγει να περιμένει μέχρι να επανέλθει το προϊόν, γεγονός που καταδεικνύει ότι η διαχείριση αποθεμάτων και η συνέπεια στην τροφοδοσία επηρεάζουν άμεσα τη διατήρηση της πελατειακής σχέσης.
Στην έρευνα της Circana, ιδιαίτερη θέση καταλαμβάνουν και οι δράσεις εταιρικής κοινωνικής ευθύνης, με τους καταναλωτές να αποδίδουν μεγαλύτερη αξία σε πρωτοβουλίες που έχουν συγκεκριμένα και μετρήσιμα αποτελέσματα. Η μείωση της χρήσης πλαστικού, η ανακύκλωση και ο περιορισμός της σπατάλης τροφίμων συγκαταλέγονται στις σημαντικότερες προτεραιότητες.
