06 Οκτ 2026

Προϋπολογισμός 2027: €11 δισ. για υποδομές.Τι προβλέπει για προσιτή στέγαση

  • RE+D Magazine

Σε υψηλές ταχύτητες μετά το τέλος του Ταμείου Ανάκαμψης επιχειρεί να κρατήσει υποδομές και κατασκευές το προσχέδιο του Προϋπολογισμού 2027  που κατατέθηκε προς συζήτηση στη Διαρκή Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής από το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας.

Στη στέγαση, η κυβέρνηση ανοίγει νέο κύκλο παρεμβάσεων σε δάνεια, ενοίκια και φορολογία, χωρίς όμως να εμφανίζεται ακόμη αντίστοιχο πρόγραμμα μεγάλης κλίμακας για την κατασκευή νέων προσιτών κατοικιών.

Η Ελλάδα σχεδιάζει δημόσιες επενδύσεις €11 δισ. το 2027, αυξάνοντας τους πόρους που θα τροφοδοτήσουν έργα υποδομών και κατασκευές την πρώτη χρονιά μετά την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης.

Σύμφωνα με το προσχέδιο του κρατικού προϋπολογισμού, €7 δισ. θα κατευθυνθούν σε έργα που συγχρηματοδοτούνται από ευρωπαϊκούς πόρους και €4 δισ. σε έργα που χρηματοδοτούνται αποκλειστικά από εθνικούς πόρους. Πρόκειται για σημαντική αύξηση έναντι του αρχικού ορίου των €9,5 δισ. του 2026, χρονιά κατά την οποία υπήρχαν επιπλέον €7,192 δισ. για έργα του Ταμείου Ανάκαμψης.

Η αλλαγή έχει ιδιαίτερη σημασία για τον κατασκευαστικό κλάδο, καθώς το «Ελλάδα 2.0» ολοκληρώνεται εντός του 2026 και η αγορά περνά σε ένα διαφορετικό χρηματοδοτικό περιβάλλον. Ο Προϋπολογισμός Δημοσίων Επενδύσεων καλείται πλέον να αναλάβει μεγαλύτερο μέρος του βάρους.

Οι κατασκευές μπαίνουν σε αυτή τη μετάβαση με ισχυρή δυναμική. Η Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία του κλάδου αυξήθηκε κατά 12,9% στο δεύτερο τρίμηνο του 2026, καταγράφοντας την υψηλότερη επίδοση μεταξύ των βασικών κλάδων οικονομικής δραστηριότητας. 

Για το 2027, οι συνολικές επενδύσεις παγίου κεφαλαίου προβλέπεται να αυξηθούν κατά 7,9%, ανεβάζοντας τον λόγο επενδύσεων προς ΑΕΠ στο 18,6%. 

Το νέο pipeline των υποδομών

Το συγχρηματοδοτούμενο σκέλος των €7 δισ. θα αντλήσει κεφάλαια από το ΕΣΠΑ 2021-2027, το Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο, το Ταμείο Εκσυγχρονισμού και άλλους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς. Οι πόροι προορίζονται, μεταξύ άλλων, για υποδομές και δίκτυα μεταφορών, πράσινη και ψηφιακή μετάβαση και τοπική ανάπτυξη.

Το εθνικό σκέλος των €4 δισ. καλύπτει έργα του Εθνικού Προγράμματος Ανάπτυξης, με προτεραιότητα σε οδικά δίκτυα, έργα πολιτικής προστασίας και αποκατάστασης φυσικών καταστροφών, ψηφιακές υποδομές, διαχείριση υδάτινων πόρων και στερεών και υγρών αποβλήτων.

Πρόσθετη ώθηση δίνεται στις ενεργειακές και κρίσιμες υποδομές. Το εθνικό σκέλος ενισχύεται με επιπλέον €400 εκατ. το 2027, μετά τα €300 εκατ. του 2026, ενώ προβλέπονται €300 εκατ. το 2028 και €200 εκατ. το 2029.

Στο συγκεκριμένο πακέτο περιλαμβάνονται €320 εκατ. για έργα ασφάλειας και επεκτάσεων του σιδηροδρομικού δικτύου, €117 εκατ. για το πρόγραμμα «ΗΛΕΚΤΡΑ» που αφορά την ενεργειακή αναβάθμιση 109 παλαιών κτιρίων του Δημοσίου και πανεπιστημίων και €45 εκατ. για το «ΦΟΙΒΟΣ – ΑΘΗΝΑ» που καλύπτει 246 σχολικά κτίρια.

Η εικόνα είναι συνεπώς σαφής: μετά το RRF, το κράτος επιχειρεί να δημιουργήσει ένα νέο χρηματοδοτικό διάδρομο για τις κατασκευές, χρησιμοποιώντας μεγαλύτερο ΠΔΕ και διαφορετικές ευρωπαϊκές πηγές.

Τι προβλέπεται για το στεγαστικό

Στην κατοικία, η κυβέρνηση αναπτύσσει ένα διαφορετικό πλέγμα παρεμβάσεων, που επιχειρεί να δράσει ταυτόχρονα στη χρηματοδότηση της αγοράς, στα ενοίκια, στη φορολογία και στη ζήτηση από το εξωτερικό.

Κεντρικό εργαλείο είναι το νέο «Σπίτι μου ΙΙΙ» των €2 δισ., μέσω της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας. Το πρόγραμμα θα παρέχει χαμηλότοκα στεγαστικά δάνεια για πρώτη κατοικία με διευρυμένα κριτήρια: ηλικία δικαιούχων έως 55 έτη, εμπορική αξία ακινήτου έως €300.000 και δάνειο έως €230.000, ενώ τα εισοδηματικά όρια αυξάνονται κατά €7.000 για κάθε παιδί.

Η χρηματοδοτική δομή είναι τριμερής. Από τα €2 δισ., €500 εκατ. προέρχονται από δάνεια του Ταμείου Ανάκαμψης, €500 εκατ. από τα ταμειακά διαθέσιμα της ΕΑΤ και €1 δισ. από τις τράπεζες. Το προσχέδιο χαρακτηρίζει το πρόγραμμα εργαλείο στήριξης της αγοράς πρώτης κατοικίας. 

Πρόκειται όμως κυρίως για παρέμβαση στη ζήτηση. Τα €2 δισ. αυξάνουν τη δυνατότητα των νοικοκυριών να χρηματοδοτήσουν την αγορά κατοικίας, χωρίς από μόνα τους να δημιουργούν νέες κατοικίες.

Φόρος 15,45% στους αγοραστές εκτός ΕΕ

Στην αντίθετη κατεύθυνση, η κυβέρνηση επιχειρεί να περιορίσει μέρος της εξωτερικής ζήτησης.

Από τον Ιούλιο του 2027 ο φόρος μεταβίβασης για αγορά κατοικίας από φυσικά πρόσωπα που είναι φορολογικοί κάτοικοι τρίτων χωρών εκτός ΕΕ αυξάνεται από 3% σε 15% ή 15,45% μαζί με την εισφορά υπέρ Δήμων.

Το μέτρο έχει ρητά στεγαστική στόχευση: επιδιώκει να περιορίσει την πίεση που ασκεί η εξωτερική ζήτηση στις τιμές και να διευκολύνει την πρόσβαση των μόνιμων κατοίκων στην αγορά κατοικίας. Το προσχέδιο εκτιμά πρόσθετα δημόσια έσοδα €41 εκατ. το 2027 από την παρέμβαση.

Η επιλογή έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το real estate, καθώς σηματοδοτεί μετατόπιση από την πολιτική προσέλκυσης ξένων κεφαλαίων προς μια περισσότερο επιλεκτική αντιμετώπιση των ξένων αγορών κατοικίας όταν αυτές θεωρείται ότι ανταγωνίζονται την εγχώρια στεγαστική ζήτηση.

Ένα εκατομμύριο νοικοκυριά στην επιστροφή ενοικίου

Στην αγορά μίσθωσης, από τον Νοέμβριο του 2026 διευρύνεται η επιστροφή ενοικίου, ώστε να καλύπτει περίπου το 85% των ενοικιαστών ή 1 εκατ. νοικοκυριά.

Τα νέα όρια φορολογητέου εισοδήματος φθάνουν τις €25.000 για άγαμους και τις €35.000 για έγγαμους, με προσαύξηση €5.000 για κάθε παιδί. Το δημοσιονομικό κόστος υπολογίζεται σε €233 εκατ.

Ξεχωριστή παρέμβαση προβλέπεται για εργαζομένους του Δημοσίου σε περιοχές όπου το κόστος κατοικίας έχει εξελιχθεί σε εμπόδιο στελέχωσης. Εκπαιδευτικοί, γιατροί και νοσηλευτές που υπηρετούν στην περιφέρεια θα λαμβάνουν ετήσια ενίσχυση ίση με δύο ενοίκια.

Η στέγαση συνδέεται έτσι πλέον όχι μόνο με την κοινωνική πολιτική αλλά και με τη λειτουργία της αγοράς εργασίας και των δημόσιων υπηρεσιών σε περιοχές όπου τουρισμός και βραχυχρόνιες μισθώσεις έχουν περιορίσει τη διαθέσιμη κατοικία.

Μηδενικός ΕΝΦΙΑ για 12.855 οικισμούς

Παράλληλα, από το 2027 καταργείται ο ΕΝΦΙΑ για την κύρια κατοικία φορολογικών κατοίκων Ελλάδας σε οικισμούς έως 2.000 κατοίκους, με εξαίρεση την Αττική πλην της Περιφερειακής Ενότητας Νήσων. Στη Δυτική Μακεδονία το πληθυσμιακό όριο αυξάνεται στους 2.200 κατοίκους.

Η επέκταση εντάσσει 131 επιπλέον οικισμούς και περίπου 62.000 ιδιοκτήτες, με πρόσθετο δημοσιονομικό κόστος €8 εκατ. ετησίως. Συνολικά, η απαλλαγή καλύπτει 12.855 οικισμούς και κοστίζει περίπου €86 εκατ. τον χρόνο.

Το μέτρο αποκτά και χωρική διάσταση: επιχειρεί να μειώσει το κόστος κατοχής κύριας κατοικίας στην περιφέρεια και να λειτουργήσει ως κίνητρο συγκράτησης πληθυσμού εκτός των μεγάλων αστικών κέντρων.

Παράλληλα, παρατείνονται η τριετής φοροαπαλλαγή για κενά ακίνητα που επιστρέφουν στη μακροχρόνια μίσθωση, η φορολογική έκπτωση για δαπάνες αναβάθμισης κτιρίων, η αναστολή ΦΠΑ στα νέα κτίρια και οι περιορισμοί στις νέες βραχυχρόνιες μισθώσεις σε συγκεκριμένες περιοχές Αθήνας και Θεσσαλονίκης.

Το πακέτο του 2027 πιχειρεί να κινηθεί σε τέσσερα μέτωπα: φθηνότερη χρηματοδότηση πρώτης κατοικίας, στήριξη των ενοικιαστών, περιορισμό συγκεκριμένων πηγών ζήτησης και φορολογικά κίνητρα για την επαναφορά ακινήτων στην αγορά.

Στο προσχέδιο δεν προβλέπεται αυτοτελές μεγάλο πρόγραμμα κατασκευής νέων προσιτών ή κοινωνικών κατοικιών.

.





By browsing this website, you agree to our privacy policy.
I Agree