Από τη μία πλευρά, η νέα ενεργειακή κρίση ενισχύει τις πληθωριστικές πιέσεις και, από την άλλη, η υποτονική ζήτηση και η αύξηση του κόστους δανεισμού περιορίζουν τη δυνατότητα περαιτέρω ανατιμήσεων.
Η ΕΚΤ έχει ήδη προχωρήσει σε δύο αυξήσεις επιτοκίων μέσα στο 2026, κατά 25 μονάδες βάσης τον Ιούνιο και άλλες 25 μονάδες βάσης τον Σεπτέμβριο, αντιδρώντας στην άνοδο των τιμών της ενέργειας που συνδέεται με τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή. Το νέο ενεργειακό σοκ οδήγησε τον πληθωρισμό της Ευρωζώνης στο 3,8% τον Σεπτέμβριο, από 2,1% τον Φεβρουάριο, όταν άρχισαν οι επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν.
Οι πληθωριστικές πιέσεις και ο κίνδυνος διάχυσης
Μέχρι στιγμής, η αύξηση του ενεργειακού κόστους δεν έχει μεταφερθεί σε μεγάλη έκταση στις τιμές των υπόλοιπων προϊόντων και υπηρεσιών. Οι τιμές της ενέργειας αυξήθηκαν με ετήσιο ρυθμό 18,9% τον Σεπτέμβριο, έναντι μείωσης 3,1% τον Φεβρουάριο. Αντίστοιχα, ο πληθωρισμός των υπηρεσιών διαμορφώθηκε στο 3,5%, από 3,3%, ενώ ο δομικός πληθωρισμός, που εξαιρεί την ενέργεια και τα τρόφιμα, αυξήθηκε οριακά στο 2,5%, από 2,4%.
Ωστόσο, η σταδιακή μετακύλιση του υψηλότερου ενεργειακού κόστους στις τελικές τιμές αποτελεί σημαντικό κίνδυνο για τους επόμενους μήνες. Καθώς οι επιχειρήσεις θα δυσκολεύονται να απορροφούν τις αυξήσεις των δαπανών τους, ενδέχεται να ενισχυθούν οι πληθωριστικές πιέσεις και σε άλλους κλάδους της οικονομίας.
Παρά τις ανησυχίες αυτές, οι συνθήκες διαφέρουν από εκείνες της περιόδου 2021-2022. Τότε, οι διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες λόγω της πανδημίας, σε συνδυασμό με το ενεργειακό σοκ μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, την αύξηση των περιθωρίων κέρδους και την ισχυρή ρευστότητα των νοικοκυριών, συνέβαλαν στην εκτίναξη του πληθωρισμού σε διψήφια επίπεδα.
Σήμερα, η ζήτηση στην Ευρωζώνη είναι σαφώς πιο συγκρατημένη, περιορίζοντας τις δυνατότητες των επιχειρήσεων να μετακυλίσουν πλήρως το αυξημένο κόστος στους καταναλωτές. Ως εκ τούτου, το νέο πληθωριστικό κύμα εκτιμάται ότι θα είναι ηπιότερο από εκείνο της προηγούμενης ενεργειακής κρίσης, με αντίστοιχα πιο περιορισμένη αντίδραση από την ΕΚΤ, όπως έχει επισημάνει και ο επικεφαλής οικονομολόγος της, Φίλιπ Λέιν.
Ανάπτυξη με χαμηλές ταχύτητες και επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη
Η οικονομία της Ευρωζώνης εξακολουθεί να αναπτύσσεται, αλλά με περιορισμένο ρυθμό, ο οποίος διαμορφώθηκε στο 1,2% το δεύτερο τρίμηνο του 2026. Σημαντική συμβολή στην οικονομική δραστηριότητα έχουν οι επενδύσεις των επιχειρήσεων στην τεχνητή νοημοσύνη, καθώς και οι εξαγωγές προϊόντων που συνδέονται με τον συγκεκριμένο κλάδο.
Παράλληλα, η πράσινη μετάβαση ενισχύει την ανθεκτικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας, περιορίζοντας σε κάποιον βαθμό τη μεταφορά των υψηλών τιμών του φυσικού αερίου στο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας.
Το περιβάλλον αυτό καθιστά δυσκολότερη την απόφαση για την πορεία των επιτοκίων. Η ΕΚΤ καλείται να αποτρέψει την παγίωση του πληθωρισμού σε επίπεδα υψηλότερα του στόχου του 2%, χωρίς να επιβαρύνει υπερβολικά μια οικονομία που ήδη εμφανίζει περιορισμένους ρυθμούς ανάπτυξης.
Οι αγορές προεξοφλούν νέα αύξηση τον Δεκέμβριο
Οι αγορές χρήματος δεν αναμένουν μεταβολή των επιτοκίων στην επικείμενη συνεδρίαση της ΕΚΤ. Ωστόσο, προεξοφλούν δύο έως τρεις πρόσθετες αυξήσεις μέσα στους επόμενους 12 μήνες, ενώ το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο εκτιμά ότι θα υπάρξει τουλάχιστον μία ακόμη αύξηση έως το τέλος του 2026.
Αναλυτές που συμμετείχαν σε έρευνα του Bloomberg προβλέπουν μία τελευταία αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης τον Δεκέμβριο, η οποία θα οδηγούσε το επιτόκιο καταθέσεων στο 2,75%.
Την ίδια στιγμή, η αναταραχή στις διεθνείς αγορές ομολόγων και η άνοδος των αποδόσεων δημιουργούν έναν πρόσθετο παράγοντα περιορισμού της ζήτησης. Οι υψηλότερες αποδόσεις αυξάνουν το κόστος χρηματοδότησης για τις μεγάλες επιχειρήσεις, περιορίζοντας τη δυνατότητά τους να αντλούν κεφάλαια από τις αγορές για νέα επενδυτικά σχέδια. Παράλληλα, αυξάνουν το κόστος δανεισμού των κυβερνήσεων.
Επομένως, η αυστηρότερη χρηματοπιστωτική κατάσταση ενδέχεται να επιβραδύνει την οικονομική δραστηριότητα και να περιορίσει τις πληθωριστικές πιέσεις, μειώνοντας την ανάγκη για περαιτέρω παρεμβάσεις από την κεντρική τράπεζα.
Τα μηνύματα Λέιν και Λαγκάρντ
Στις αρχές Οκτωβρίου, ο Φίλιπ Λέιν εκτίμησε ότι τα στοιχεία για τον πληθωρισμό του Σεπτεμβρίου δεν υποδεικνύουν μια ευρεία και μόνιμη επιτάχυνση του δομικού πληθωρισμού. Παράλληλα, σημείωσε ότι η άνοδος των μακροπρόθεσμων αποδόσεων των ομολόγων θα μπορούσε να επιβραδύνει την ανάπτυξη και να περιορίσει τη μετακύλιση του υψηλότερου ενεργειακού κόστους περισσότερο από όσο εκτιμούσε η ΕΚΤ τον Σεπτέμβριο.
Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκε και η πρόεδρος της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, η οποία, μιλώντας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στα τέλη Σεπτεμβρίου, υπογράμμισε ότι η αύξηση των μακροπρόθεσμων επιτοκίων μετά την προηγούμενη συνεδρίαση θα επιβαρύνει την ανάπτυξη και θα περιορίσει τη μετακύλιση του ενεργειακού κόστους περισσότερο από ό,τι προέβλεπαν οι εκτιμήσεις της τράπεζας.
