Μιλώντας στο 7ο BIM Conference, ο πρόεδρος του ΤΕΕ, Γιώργος Στασινός, χαρακτήρισε το συγκεκριμένο όριο αυθαίρετη γραφειοκρατική επιλογή των Βρυξελλών, υποστηρίζοντας ότι οι προϋποθέσεις υποχρεωτικής εφαρμογής του BIM πρέπει να καθοριστούν ύστερα από ουσιαστική διαβούλευση με την κατασκευαστική αγορά.
Η παρέμβαση αφορά την πρόταση νέου ευρωπαϊκού Κανονισμού για τις δημόσιες συμβάσεις, που παρουσίασε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις 9 Σεπτεμβρίου 2026 και προβλέπει, μεταξύ άλλων, την υποχρεωτική εφαρμογή της Μοντελοποίησης Πληροφοριών Κατασκευής (Building Information Modelling – BIM) σε δημόσια έργα εκτιμώμενης αξίας ίσης ή μεγαλύτερης των €25 εκατ.
Για την ελληνική αγορά, η εξέλιξη συνεπάγεται ουσιαστικές αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο προκηρύσσονται, μελετώνται, κατασκευάζονται και παραλαμβάνονται τα μεγάλα έργα υποδομών.
Ο πρόεδρος του ΤΕΕ ζήτησε την άμεση αναθεώρηση του Ν. 4412/2016, ώστε οι αναθέτουσες αρχές και οι τεχνικές επιχειρήσεις να προετοιμαστούν πριν από την έναρξη εφαρμογής των ευρωπαϊκών κανόνων.
Παράλληλα, ανακοίνωσε ότι το Επιμελητήριο θέτει σε διαβούλευση την πρώτη Τεχνική Οδηγία BIM για κτιριακά έργα, με την ονομασία ΤΟΤΕΕ BIM_01, ενώ θα ακολουθήσει αντίστοιχη οδηγία για έργα υποδομής.
Στόχος είναι οι οδηγίες αυτές να αποτελέσουν τη βάση υποχρεωτικών κρατικών τεχνικών προδιαγραφών, περιορίζοντας τις διαφορετικές απαιτήσεις που σήμερα μπορούν να θέτουν οι αναθέτουσες αρχές.
Οι ευρωπαίοι κατασκευαστές ζητούν λιγότερη γραφειοκρατία
Οι επιφυλάξεις του ΤΕΕ διατυπώνονται σε μια περίοδο κατά την οποία η ευρωπαϊκή κατασκευαστική βιομηχανία ζητά ουσιαστικές αλλαγές στην πρόταση της Επιτροπής.
Η Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Κατασκευαστικής Βιομηχανίας (FIEC), που εκπροσωπεί κατασκευαστικές επιχειρήσεις μέσω 33 εθνικών ενώσεων σε 28 χώρες, υποστηρίζει ότι η μεταρρύθμιση πρέπει να μειώσει τις διοικητικές επιβαρύνσεις και όχι να προσθέσει νέες υποχρεώσεις στις επιχειρήσεις.
Κεντρικό σημείο της αντίδρασής της αποτελεί η απόφαση της Επιτροπής να αντικαταστήσει τις τρεις υφιστάμενες ευρωπαϊκές Οδηγίες για τις δημόσιες συμβάσεις με έναν ενιαίο Κανονισμό.
Σε αντίθεση με τις Οδηγίες, που απαιτούν ενσωμάτωση στην εθνική νομοθεσία, ο Κανονισμός εφαρμόζεται άμεσα στα κράτη-μέλη. Η FIEC εκτιμά ότι η επιλογή αυτή περιορίζει την ευελιξία προσαρμογής των κανόνων στις ιδιαιτερότητες των εθνικών κατασκευαστικών αγορών, χωρίς να εξασφαλίζει αυτομάτως απλούστερες διαδικασίες.
Η Ομοσπονδία υποστηρίζει τη μεγαλύτερη χρήση ψηφιακών εργαλείων, την ενιαία ευρωπαϊκή πύλη δημοσίων συμβάσεων και την αρχή της υποβολής στοιχείων μόνο μία φορά, ώστε οι επιχειρήσεις να μη χρειάζεται να επανακαταθέτουν τα ίδια δικαιολογητικά σε διαφορετικούς διαγωνισμούς.
Παράλληλα, ζητά οι τεχνικές απαιτήσεις να στηρίζονται σε ανοικτά και διαλειτουργικά πρότυπα, χωρίς υποχρεωτική χρήση συγκεκριμένων εμπορικών εφαρμογών BIM.
Η θέση αυτή συμπίπτει με την επιλογή του ΤΕΕ υπέρ του OpenBIM, που αποσκοπεί στην αποφυγή εξάρτησης του Δημοσίου και των μηχανικών από κλειστά συστήματα λογισμικού.
Οι ευρωπαίοι κατασκευαστές ζητούν επίσης μεγαλύτερη έμφαση στην ποιότητα και στο κόστος κύκλου ζωής των έργων, αντί της αποκλειστικής αξιολόγησης με βάση τη χαμηλότερη τιμή.
Στις προτεραιότητες της FIEC περιλαμβάνονται η αντιμετώπιση των ασυνήθιστα χαμηλών προσφορών, η ισορροπημένη κατανομή των συμβατικών κινδύνων, οι μηχανισμοί αναπροσαρμογής τιμών και η προστασία των μικρομεσαίων επιχειρήσεων από δυσανάλογες απαιτήσεις συμμετοχής.
Τι προβλέπει η ευρωπαϊκή πρόταση
Η πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, με αριθμό COM(2026) 590, προβλέπει την αντικατάσταση των τριών υφιστάμενων Οδηγιών για τις δημόσιες συμβάσεις από έναν ενιαίο Κανονισμό, με στόχο την απλούστευση των διαδικασιών, τη μεγαλύτερη διαφάνεια και την ενίσχυση του ανταγωνισμού.
Ιδιαίτερη σημασία για την κατασκευαστική αγορά έχει το άρθρο 65, το οποίο εισάγει υποχρέωση χρήσης BIM κατά την εκτέλεση δημοσίων συμβάσεων έργων με εκτιμώμενη αξία τουλάχιστον €25 εκατ.
Η διάταξη δεν περιορίζεται στην παραγωγή τρισδιάστατων σχεδίων. Ορίζει το BIM ως σύνολο συνεργατικών ψηφιακών διαδικασιών που χρησιμοποιούν ανοικτούς, διαλειτουργικούς μορφότυπους για τη δημιουργία, διαχείριση και ανταλλαγή δομημένων πληροφοριών σε ολόκληρο τον κύκλο ζωής ενός έργου.
Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι τα ψηφιακά μοντέλα θα μπορούν να συνδέουν τις αρχιτεκτονικές και τεχνικές μελέτες με τις ποσότητες, τον προϋπολογισμό, τον προγραμματισμό της κατασκευής και τη μελλοντική λειτουργία των υποδομών.
Η εφαρμογή τους μπορεί να επιτρέψει τον έγκαιρο εντοπισμό ασυμβατοτήτων μεταξύ διαφορετικών μελετών, τη βελτίωση της παρακολούθησης του κόστους και τη δημιουργία ενιαίου ψηφιακού αρχείου για τη συντήρηση των έργων.
Το όριο των €25 εκατ. αφορά την εκτιμώμενη αξία της δημόσιας σύμβασης έργου και όχι κατ’ ανάγκην τον συνολικό προϋπολογισμό ενός ευρύτερου επενδυτικού προγράμματος.
Η υποχρέωση δεν έχει ακόμη τεθεί σε ισχύ, καθώς η πρόταση πρέπει να ολοκληρώσει τη νομοθετική διαδικασία στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο της ΕΕ.
Το κόστος της μετάβασης και η ελληνική αγορά
Η εφαρμογή του BIM συνεπάγεται επενδύσεις σε λογισμικό, εξοπλισμό, εκπαίδευση προσωπικού και αναδιοργάνωση των διαδικασιών παραγωγής μελετών.
Για τους μεγάλους κατασκευαστικούς ομίλους, που ήδη χρησιμοποιούν ψηφιακά μοντέλα σε σύνθετα έργα, η υποχρεωτική εφαρμογή μπορεί να ενισχύσει την ανταγωνιστική τους θέση.
Για μικρότερες τεχνικές εταιρείες και μελετητικά γραφεία, ωστόσο, το κόστος προσαρμογής ενδέχεται να περιορίσει τη δυνατότητα συμμετοχής σε μεγάλους δημόσιους διαγωνισμούς.
Το ΤΕΕ ζητά ειδικό πρόγραμμα χρηματοδότησης για την απόκτηση ψηφιακού εξοπλισμού, λογισμικού και την κατάρτιση των μηχανικών, καθώς και πρόγραμμα εκπαίδευσης και πιστοποίησης των στελεχών των αναθετουσών αρχών.
Η προετοιμασία της Δημόσιας Διοίκησης θεωρείται κρίσιμη, καθώς η εφαρμογή BIM δεν εξαρτάται μόνο από τις δυνατότητες των αναδόχων, αλλά και από την ικανότητα των δημόσιων φορέων να καθορίζουν τις απαιτήσεις πληροφοριών, να ελέγχουν τα ψηφιακά παραδοτέα και να αξιοποιούν τα δεδομένα μετά την ολοκλήρωση των έργων.
