Η σημαντική μείωση των εξαγωγών πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου από τις χώρες του Κόλπου, σε συνδυασμό με την αβεβαιότητα ως προς τη διάρκεια της κρίσης, οδηγεί σε έντονη άνοδο των τιμών της ενέργειας και του κόστους μεταφοράς. Ως αποτέλεσμα, ενισχύονται οι πληθωριστικές πιέσεις διεθνώς, αυξάνονται οι ανάγκες για κρατικές παρεμβάσεις προς στήριξη νοικοκυριών και επιχειρήσεων, ενώ οι προοπτικές ανάπτυξης εμφανίζονται πλέον λιγότερο ευνοϊκές σε σχέση με τις αρχικές εκτιμήσεις για το 2026.
Παρά το δυσμενές περιβάλλον, οι μεγάλες οικονομίες συνεχίζουν να επιδεικνύουν αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα. Στις ΗΠΑ, η οικονομική δραστηριότητα διατηρεί θετικό ρυθμό, με την ανάπτυξη να διαμορφώνεται στο 2,0% σε ετήσια βάση το τέταρτο τρίμηνο του 2025 και στο 2,1% για το σύνολο του έτους, ελαφρώς χαμηλότερα σε σύγκριση με το 2024. Ο πληθωρισμός παραμένει πάνω από τον στόχο του 2% της Federal Reserve, ενώ η αγορά εργασίας δείχνει σημάδια ισορροπίας, με περιορισμένες τόσο τις προσλήψεις όσο και τις απολύσεις.
Την ίδια στιγμή, η δημοσιονομική διαχείριση καθίσταται πιο απαιτητική, καθώς οι αυξημένες δαπάνες που σχετίζονται με τη γεωπολιτική ένταση επιβαρύνουν τον προϋπολογισμό, ενώ περιορίζονται και τα προσδοκώμενα δασμολογικά έσοδα, μετά από απόφαση του Supreme Court of the United States που έκρινε αντισυνταγματικούς συγκεκριμένους δασμούς. Ωστόσο, οι ΗΠΑ διατηρούν συγκριτικό πλεονέκτημα έναντι άλλων ανεπτυγμένων οικονομιών, λόγω της υψηλής εγχώριας παραγωγής ενέργειας.
Στην Ευρωζώνη, η ανάπτυξη για το 2025 διαμορφώθηκε στο 1,4%, από 0,9% το 2024, με τον πληθωρισμό να κινείται κοντά στον στόχο του 2% της European Central Bank και την ανεργία σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα. Οι πρόδρομοι δείκτες επιχειρηματικής δραστηριότητας (PMI) καταγράφουν για πρώτη φορά μετά το 2022 συνολική επέκταση, εν μέρει λόγω της αυξημένης αισιοδοξίας που συνδέεται με την ενίσχυση των αμυντικών δαπανών.
Παρά τις θετικές ενδείξεις, η ευρωπαϊκή οικονομία παραμένει ιδιαίτερα ευάλωτη σε ενεργειακές διαταραχές, λόγω της εξάρτησής της από εισαγωγές πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου. Η άνοδος των τιμών ενέργειας επιβαρύνει σημαντικά τόσο το κόστος παραγωγής των επιχειρήσεων όσο και το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.
Στην Κίνα, τα πρόσφατα στοιχεία υποδεικνύουν συνέχιση της οικονομικής ανάπτυξης με ελαφρά επιτάχυνση, με τον ετήσιο ρυθμό να διαμορφώνεται στο 4,5%. Ο στόχος της κυβέρνησης για το 2026 τοποθετείται μεταξύ 4,5% και 5,0%, ελαφρώς χαμηλότερα από τις επιδόσεις των προηγούμενων ετών. Οι εξαγωγές αναμένεται να παραμείνουν βασικός μοχλός ανάπτυξης, καθώς η ενίσχυση της εσωτερικής ζήτησης εξακολουθεί να περιορίζεται από διαρθρωτικά προβλήματα, ιδίως στον τομέα των ακινήτων.
Παράλληλα, η Κίνα εμφανίζεται καλύτερα προετοιμασμένη για την αντιμετώπιση των ενεργειακών προκλήσεων, χάρη στα αυξημένα στρατηγικά αποθέματα και τη γεωγραφική διαφοροποίηση των ενεργειακών της εισαγωγών.
Συνολικά, η παγκόσμια οικονομία εισέρχεται σε μια περίοδο αυξημένης αβεβαιότητας, με τον ενεργειακό παράγοντα να αναδεικνύεται εκ νέου σε κρίσιμο προσδιοριστικό στοιχείο για τον πληθωρισμό, την ανάπτυξη και τη σταθερότητα των αγορών.
