Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση του MSCI στον κόσμο του private equity, τα προηγούμενα χρόνια η αξία δημιουργούνταν συχνά χάρη στην άνοδο των αποτιμήσεων και τη γενικότερη αισιοδοξία των αγορών. Την περίοδο 2020–2021, με τα επιτόκια σχεδόν μηδενικά, πολλά κέρδη προήλθαν απλώς από το γεγονός ότι οι εταιρείες πωλούνταν ακριβότερα. Αυτή η εποχή έχει πλέον τελειώσει.
Σήμερα, οι επενδυτές ενδιαφέρονται λιγότερο για θεωρητικές αποδόσεις και περισσότερο για πραγματικά χρήματα. Δεν είναι τυχαίο ότι ακούγεται συχνά το σύνθημα « DPI is the new IRR», δηλαδή ότι αυτό που μετράει είναι οι διανομές και όχι οι υποσχέσεις. Το πρόβλημα είναι ότι οι έξοδοι από επενδύσεις έχουν περιοριστεί και τα μετρητά επιστρέφουν αργά.
Για να αντιμετωπιστεί αυτή η κατάσταση, έχουν αυξηθεί οι secondary συναλλαγές και κυρίως τα λεγόμενα continuation vehicles. Με απλά λόγια, πρόκειται για σχήματα που επιτρέπουν στους διαχειριστές να κρατήσουν μια επένδυση περισσότερο χρόνο, δίνοντας ταυτόχρονα λίγη liquidity στους παλιούς επενδυτές. Για κάποιους είναι μια πρακτική λύση, για άλλους απλώς μια μετάθεση του προβλήματος στο μέλλον. Το αν αποδίδουν πραγματικά, μένει να φανεί.
Την ίδια στιγμή, ο τρόπος με τον οποίο δημιουργείται αξία στα buyouts έχει αλλάξει. Η άνοδος των αποτιμήσεων δεν παίζει πια τον βασικό ρόλο. Αντίθετα, τα αποτελέσματα εξαρτώνται όλο και περισσότερο από το αν οι εταιρείες αυξάνουν τα έσοδά τους και βελτιώνουν τη λειτουργία τους. Με απλά λόγια, οι επενδύσεις κερδίζουν μόνο αν οι επιχειρήσεις πάνε πραγματικά καλύτερα.
Στον χώρο του private credit, η εικόνα είναι διαφορετική αλλά εξίσου σύνθετη. Τα υψηλά επιτόκια των τελευταίων ετών βοήθησαν τις αποδόσεις, όμως άρχισαν να εμφανίζονται σημάδια πίεσης. Το πιο έντονο φαινόμενο είναι η ταχεία ανάπτυξη των semi-liquid funds, που υπόσχονται μεγαλύτερη ευελιξία στους επενδυτές.
Τα funds αυτά προσελκύουν κυρίως νέους επενδυτές στις ιδιωτικές αγορές, επειδή δίνουν την εντύπωση ότι τα χρήματα μπορούν να μπουν και να βγουν σχετικά εύκολα. Στην πράξη, όμως, η ρευστότητα είναι περιορισμένη και βασίζεται σε αποτιμήσεις που ορίζουν οι ίδιοι οι διαχειριστές. Αυτό σημαίνει ότι σε δύσκολες περιόδους μπορεί να υπάρξουν καθυστερήσεις ή περιορισμοί στις αναλήψεις.
Παράλληλα, αυξάνονται οι απομειώσεις αξίας σε δάνεια, ιδιαίτερα σε εταιρείες που δυσκολεύονται να εξυπηρετήσουν το χρέος τους μετά από δύο χρόνια υψηλών επιτοκίων. Μέχρι στιγμής, τα έσοδα από τόκους καλύπτουν αυτές τις απώλειες, αλλά οι ενδείξεις δείχνουν ότι οι πιέσεις δεν έχουν τελειώσει.
Συνολικά, οι ιδιωτικές αγορές μπαίνουν στο 2026 πιο ώριμες αλλά και πιο απαιτητικές. Η εύκολη εποχή των υψηλών αποτιμήσεων έχει περάσει και η δημιουργία αξίας βασίζεται πλέον σε πραγματικά αποτελέσματα.
Το βασικό ερώτημα για τα επόμενα χρόνια είναι απλό: θα καταφέρουν αυτές οι αγορές να προσφέρουν ρευστότητα όταν όλοι τη χρειαστούν ταυτόχρονα; Η απάντηση θα καθορίσει αν το σημερινό μοντέλο είναι βιώσιμο ή αν απλώς κερδίζει χρόνο.
