Οι Moody’s, DBRS και Scope Ratings επιβεβαίωσαν την επενδυτική βαθμίδα της χώρας, διατηρώντας σταθερές προοπτικές, παρά τις πιέσεις από το διεθνές περιβάλλον και την άνοδο των τιμών ενέργειας και πρώτων υλών. Στο ίδιο μήκος κύματος, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο εκτιμά ότι η Ελλάδα είναι πλέον καλύτερα θωρακισμένη απέναντι σε εξωτερικά «σοκ», χάρη στη σημαντική ενίσχυση των δημόσιων οικονομικών.
Κομβικό στοιχείο της θετικής αξιολόγησης αποτελεί η ισχυρή δημοσιονομική επίδοση των τελευταίων ετών. Τα πρωτογενή πλεονάσματα υπερέβησαν τους στόχους, φτάνοντας στο 4,7% του ΑΕΠ το 2024 και στο 4,4% το 2025, εξέλιξη που αποδίδεται στον συνδυασμό ικανοποιητικών ρυθμών ανάπτυξης, εντατικοποίησης της καταπολέμησης της φοροδιαφυγής και συγκράτησης των δημοσίων δαπανών. Σε συνδυασμό με την αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ και την πρόωρη αποπληρωμή δανείων της προηγούμενης δεκαετίας, οι παράγοντες αυτοί οδήγησαν σε ταχεία αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους από το 210% του ΑΕΠ το 2020 στο 145% το 2025.
Οι προοπτικές παραμένουν θετικές, με τους διεθνείς οργανισμούς να προβλέπουν διατήρηση πρωτογενών πλεονασμάτων και τα επόμενα χρόνια. Το ΔΝΤ εκτιμά πρωτογενές πλεόνασμα 3,6% για το 2026 και περίπου 2,75% μεσοπρόθεσμα, επίπεδα που θεωρούνται συμβατά με περαιτέρω μείωση του χρέους στο 110% του ΑΕΠ έως το 2031. Αντίστοιχα, η Moody’s προβλέπει πλεονάσματα άνω του 3% την περίοδο 2026-2027, με το χρέος να υποχωρεί στο 140% του ΑΕΠ.
Από την πλευρά της, η Scope εκτιμά ταχύτερη αποκλιμάκωση έως το 2030, με το χρέος να διαμορφώνεται στο 127% του ΑΕΠ, πριν επιβραδυνθεί η πτώση του προς το 120% έως το 2035, λαμβάνοντας υπόψη τις δημογραφικές πιέσεις και την πιθανή εξασθένιση της αναπτυξιακής δυναμικής.
Σε επίπεδο πραγματικής οικονομίας, οι οίκοι αξιολόγησης υπογραμμίζουν ότι η ανάπτυξη στηρίζεται όλο και περισσότερο στις ιδιωτικές επενδύσεις, στοιχείο που ενισχύει τη βιωσιμότητα του αναπτυξιακού μοντέλου. Ωστόσο, από το 2027 και μετά αναμένεται σταδιακή επιβράδυνση, καθώς ολοκληρώνονται οι επενδύσεις που συνδέονται με τα ευρωπαϊκά προγράμματα χρηματοδότησης. Ο DBRS τοποθετεί τον μέσο ρυθμό ανάπτυξης στο 1,75% έως το 2030, ενώ το ΔΝΤ προβλέπει 1,8% βραχυπρόθεσμα και 1,5% μεσοπρόθεσμα.
Παρά τη βελτίωση των μακροοικονομικών δεικτών, οι προκλήσεις παραμένουν. Οι διεθνείς οργανισμοί επισημαίνουν την ανάγκη αντιμετώπισης διαρθρωτικών αδυναμιών, όπως το χαμηλό ποσοστό απασχόλησης και η περιορισμένη αύξηση της παραγωγικότητας. Στο πλαίσιο αυτό, το ΔΝΤ προτείνει την επιτάχυνση του ψηφιακού μετασχηματισμού των επιχειρήσεων, τη μείωση των διοικητικών και ρυθμιστικών βαρών, καθώς και την ενίσχυση πολιτικών για την αγορά εργασίας και τη δια βίου μάθηση.
Συνολικά, το βασικό συμπέρασμα των εκθέσεων είναι ότι η Ελλάδα έχει εισέλθει σε μια περίοδο μεγαλύτερης μακροοικονομικής σταθερότητας, με τη βιωσιμότητα του χρέους να ενισχύεται και την οικονομία να εμφανίζει αυξημένες αντοχές απέναντι σε εξωτερικές διαταραχές. Το κρίσιμο ζητούμενο για τα επόμενα χρόνια είναι η διατήρηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας και η επιτάχυνση των μεταρρυθμίσεων που θα ενισχύσουν το δυνητικό προϊόν της οικονομίας.
