Η έρευνα αναδεικνύει όχι μόνο τις κοινωνικές και δομικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η στέγαση στην Ελλάδα, αλλά και την επιτακτική ανάγκη για μεγαλύτερη διαφάνεια, θεσμική καινοτομία και αποτελεσματική υποστήριξη στις μεταβαλλόμενες ανάγκες των νοικοκυριών, θέτοντας τη βάση για μια πιο βιώσιμη και δίκαιη αγορά κατοικίας.
Η στέγαση συνιστά ένα διαγενεακό πρόβλημα, καθώς οι νεότερες γενιές βιώνουν εντονότερη οικονομική πίεση και περιορισμό επιλογών, ενώ οι μεγαλύτερες ηλικίες, παρά τα υψηλότερα επίπεδα ιδιοκτησίας, καλούνται να ανταποκριθούν σε αυξανόμενες ανάγκες μετακίνησης, αναβάθμισης κατοικίας και οικονομικής προσαρμογής.

Σύμφωνα με την έρευνα το μέσο ποσό με βάση το μηνίαιο καθαρό εισόδημα που απορροφάτε απο το κόστος στέγασης για άτομα ηλικίας 36-55 ετών ανέρχεται σε €443. Αξίζει να σημειωθεί ότι στην ίδια ηλικιακή ομάδα για το 37% των ερωτηθέντων έχουν καθαρό μηνιαίο εισόδημα €900-€1300. Αντίστοιχα για την ηλικιακή ομάδα 25-35 ετών το κόστος στέγασης επιδεινώνεται σημαντικά με το 20% των ερωτηθέντων να δαπανά πάνω απο 40% του εισοδήματός τους για στέγαση.

Αδιαφανής η ελληνική αγορά Ακινήτων, αναγκαία τα μητρώα ιδιοκτησίας και ψηφιακές πλατφόρμες
Η έλλειψη εμπιστοσύνης και η αίσθηση ανεπαρκούς ελέγχου χαρακτηρίζουν οριζόντια την αγορά, με τους περισσότερους να θεωρούν ότι οι αδήλωτες πρακτικές παραβιάζουν την αγορά και επηρεάζουν αρνητικά τις τιμές, δημιουργώντας έτσι ένα κοινό κοινωνικό έδαφος που απαιτεί διαφανείς και αποτελεσματικές λύσεις.
Παράλληλα, η κοινωνική αποδοχή για την υιοθέτηση εργαλείων καταγραφής και ελέγχου ακινήτων είναι ισχυρή, με θετική στάση απέναντι σε ενιαία μητρώα ιδιοκτησίας και ψηφιακές πλατφόρμες διαφάνειας, γεγονός που υποδηλώνει ότι η αγορά είναι ώριμη για καινοτόμες παρεμβάσεις και θεσμικές μεταρρυθμίσεις.

Τα ακίνητα των Δήμων και η “τρύπα” στα Ε9
Επιπλέον, η αυξανόμενη στεγαστική πίεση μεταφράζεται σε μεγαλύτερη ζήτηση για θεσμικές λύσεις, ιδιαίτερα από ενοικιαστές και μεταβατικά νοικοκυριά, τα οποία εμφανίζουν αυξημένη ανάγκη για παρέμβαση και υιοθέτηση διαφανών εργαλείων. Αυτές οι δυναμικές δημιουργούν ευκαιρίες για υπηρεσίες, πολιτικές και προϊόντα που ενισχύουν και διευκολύνουν τη στεγαστική κινητικότητα.
ο κ. Βασίλειος Ηλιόπουλος, CEO της BluPeak, μιλώντας στο ered, επισημαίνει ότι μια από τις θεσμικές παρεμβάσεις που θα μπορούσαν να συμβάλουν ουσιαστικά στην ενίσχυση της προσφοράς κατοικίας είναι η αξιοποίηση των ακινήτων που ανήκουν όχι μόνο στο Ελληνικό Δημόσιο αλλά και στους Δήμους της χώρας. Το διαθέσιμο απόθεμα ακινήτων προς αξιοποίηση θεωρείται σημαντικό, ωστόσο η χαρτογράφησή του από τις κατά τόπους δημοτικές αρχές βρίσκεται ακόμη σε πολύ πρώιμο στάδιο, γεγονός που καθιστά ιδιαίτερα δύσκολη την άμεση αξιοποίησή του για την αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης.

Ενδεικτικό της κατάστασης είναι ότι αρκετοί Δήμοι είτε δεν διαθέτουν καθόλου δήλωση Ε9 για την ακίνητη περιουσία τους είτε αυτή είναι ελλιπώς ενημερωμένη. Ως αποτέλεσμα, παρότι πολλές δημοτικές αρχές επιδεικνύουν σαφή πρόθεση να συμβάλουν στην αντιμετώπιση του στεγαστικού προβλήματος, αδυνατούν στην πράξη να διοχετεύσουν ακίνητα προς αξιοποίηση στην αγορά, καθώς δεν υπάρχει πλήρης και συστηματική καταγραφή των περιουσιακών στοιχείων που κατέχουν.
Όπως επισημαίνει ο κ. Ηλιόπουλος, το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία υπό το πρίσμα του Προεδρικού Διατάγματος 54/2018, σύμφωνα με το οποίο οι Δήμοι υποχρεούνται να δημοσιεύουν οικονομικές καταστάσεις με βάση τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα (IFRS). Από την 1η Ιανουαρίου 2026 η εφαρμογή του πλαισίου καθίσταται υποχρεωτική, καθώς έληξε η μεταβατική περίοδος που είχε δοθεί στους ΟΤΑ για να προσαρμοστούν. Η ελλιπής χαρτογράφηση της δημοτικής ακίνητης περιουσίας επηρεάζει άμεσα και το Μητρώο Παγίων των Δήμων, δημιουργώντας ζητήματα κανονιστικής συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις του θεσμικού πλαισίου. Το Μητρώο Ακινήτων θα μπορούσε σημαντικά να συμβάλλει στην αξιοποίηση χιλιάδων ακινήτων αν διευρυνόταν ώστε εκτός από τα ακίνητα των ιδιωτών περιλάμβανε και αυτά των φορέων του Δημοσίου και του Ευρύτερου Δημοσίου
