03 Νοέ 2026

DIMAND: Πώς οι ελληνικές πόλεις θα μειώσουν τη θερμοκρασία έως 2°C

Οι εννέα παρεμβάσεις για Αθήνα και Πειραιά

  • RE+D Magazine

Τρεις επιστημονικές μελέτες του ΕΚΠΑ, σε συνεργασία με τη DIMAND και την 1830 lab, καταγράφουν τους κλιματικούς κινδύνους στις ελληνικές πόλεις, προτείνουν παρεμβάσεις για την αντιμετώπιση της αστικής υπερθέρμανσης και αναδεικνύουν τον ρόλο του βιοκλιματικού σχεδιασμού στην ανάπτυξη ακινήτων.

Στο επίκεντρο του σχεδιασμού για τις πόλεις της επόμενης ημέρας βρίσκεται πλέον η αντιμετώπιση της αστικής υπερθέρμανσης, με την επιστημονική έρευνα να αναδεικνύει συγκεκριμένες παρεμβάσεις που μπορούν να βελτιώσουν το μικροκλίμα και να περιορίσουν τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής.

Τη δυνατότητα εφαρμογής τέτοιων λύσεων στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη και τον Πειραιά εξετάζουν τρεις νέες μελέτες που εκπονήθηκαν στο πλαίσιο ερευνητικής πρωτοβουλίας της DIMAND, σε συνεργασία με την εταιρεία ερευνών 1830 lab και ερευνητικά εργαστήρια του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ).

Οι έρευνες περιλαμβάνουν εννέα κατευθύνσεις παρεμβάσεων για την ενίσχυση της κλιματικής ανθεκτικότητας των αστικών περιοχών, καθώς και συγκεκριμένα σενάρια εφαρμογής τους. Ανάμεσα στα ευρήματα ξεχωρίζει η δυνατότητα τοπικής μείωσης της θερμοκρασίας έως και 2 βαθμούς Κελσίου στην περιοχή του Αγίου Διονυσίου στον Πειραιά, μέσω της δημιουργίας πέντε πάρκων τσέπης και της μετατροπής τμήματος σχολικής αυλής σε πράσινο χώρο. Αντίστοιχα, στην πλατεία Ομονοίας στην Αθήνα, η χρήση ψυχρών υλικών στο οδόστρωμα και στα πεζοδρόμια εκτιμάται ότι θα μπορούσε να περιορίσει τη θερμοκρασία του αέρα κατά 0,3 έως 1 βαθμό Κελσίου.

Η πρωτοβουλία αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον και για την αγορά ακινήτων, καθώς συνδέει την κλιματική προσαρμογή με τον πολεοδομικό σχεδιασμό, την ενεργειακή συμπεριφορά των κτηρίων και τη βιωσιμότητα των νέων επενδύσεων. Η θερμική ανθεκτικότητα, η ποιότητα του δημόσιου χώρου και η δυνατότητα περιορισμού της ενεργειακής κατανάλωσης αναδεικνύονται σε σημαντικές παραμέτρους για την ανάπτυξη και τη μακροχρόνια λειτουργικότητα των ακινήτων.

Οι τρεις μελέτες του ΕΚΠΑ και ο ορίζοντας έως το 2060

Η πρώτη μελέτη, με τίτλο «Οι Κλιματικοί Κίνδυνοι στις Ελληνικές Πόλεις: Αποτύπωση της παρούσας κατάστασης και προβλέψεις για το μέλλον», εκπονήθηκε από ερευνητική ομάδα του Τομέα Φυσικής Περιβάλλοντος του ΕΚΠΑ, υπό την καθοδήγηση του καθηγητή Κωνσταντίνου Καρτάλη.

Αντικείμενό της είναι η αποτύπωση των κλιματικών κινδύνων που αντιμετωπίζουν οι ελληνικές πόλεις, με έμφαση στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη και τις Γούρνες Ηρακλείου. Η έρευνα περιλαμβάνει ιστορική ανάλυση της εξέλιξης βασικών κλιματικών μεταβλητών και δεικτών, ενώ αξιοποιεί προσομοιώσεις και προβλέψεις για τη μελλοντική εξέλιξη του μικροκλίματος. Ο χρονικός ορίζοντας φθάνει έως το 2060 για την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη και έως το 2065 για τις Γούρνες, με βάση δύο διαφορετικά κλιματικά σενάρια.

Η δεύτερη μελέτη, με τίτλο «Αστική Υπερθέρμανση: Το πρόβλημα και οι προτεινόμενες λύσεις», επίσης υπό την επιστημονική καθοδήγηση του καθηγητή Κωνσταντίνου Καρτάλη, επικεντρώνεται στις εννέα προτεινόμενες κατευθύνσεις παρεμβάσεων για την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Στόχος είναι να περιοριστούν οι κοινωνικές, οικονομικές, υγειονομικές και ενεργειακές επιπτώσεις της αστικής υπερθέρμανσης, μέσα από συνδυαστικές λύσεις προσαρμοσμένες στα χαρακτηριστικά κάθε περιοχής.

Η τρίτη έρευνα, «Θερμική Ανθεκτικότητα Κτηρίων στην Αττική», εκπονήθηκε από την Ομάδα Ερευνών Κτηριακού Περιβάλλοντος του Τμήματος Φυσικής του ΕΚΠΑ, υπό τον συντονισμό της καθηγήτριας Μαργαρίτας – Νίκης Ασημακοπούλου.

Η μελέτη βασίστηκε στην καταγραφή και ανάλυση δεδομένων θερμοκρασίας και υγρασίας από 33 χώρους γραφείων και διαμερίσματα στην Αττική, κατά την περίοδο Ιουλίου – Οκτωβρίου 2025. Εξετάστηκε πώς παράγοντες όπως η περίοδος κατασκευής, ο βαθμός ανακαίνισης, ο όροφος και οι συνθήκες αερισμού επηρεάζουν τη θερμική ανθεκτικότητα των κτηρίων.

Για τη συλλογή των στοιχείων εγκαταστάθηκαν ειδικές συσκευές μέτρησης στους επιλεγμένους χώρους, ενώ η 1830 lab πραγματοποίησε συνεντεύξεις με χρήστες ορισμένων εξ αυτών, καταγράφοντας την καθημερινή εμπειρία κατοίκων και εργαζομένων κατά τη διάρκεια περιόδων υψηλών θερμοκρασιών.

Αστική υπερθέρμανση: Οι επιπτώσεις στην οικονομία και την κοινωνία

Κοινό συμπέρασμα των μελετών είναι ότι η αστική υπερθέρμανση αποτελεί πλέον μια σύνθετη πρόκληση, η οποία δεν περιορίζεται στην περιβαλλοντική διάσταση, αλλά επηρεάζει άμεσα τη δημόσια υγεία, την ενεργειακή κατανάλωση, την οικονομική δραστηριότητα και την κοινωνική συνοχή.

Η υψηλή πυκνότητα δόμησης, η περιορισμένη παρουσία πρασίνου, η χρήση υλικών που απορροφούν και αποθηκεύουν θερμότητα, καθώς και οι ανθρωπογενείς δραστηριότητες ενισχύουν το φαινόμενο της αστικής θερμικής νησίδας. Ως αποτέλεσμα, οι θερμοκρασίες στις πυκνοδομημένες περιοχές διατηρούνται συχνά υψηλότερες σε σχέση με τις γύρω περιοχές, επιτείνοντας τη θερμική επιβάρυνση των κατοίκων.

Οι συνέπειες είναι πολλαπλές. Η αυξημένη θερμοκρασία ενισχύει τις ανάγκες για κλιματισμό και, κατά συνέπεια, την ενεργειακή κατανάλωση νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Παράλληλα, επιβαρύνει την καθημερινότητα των εργαζομένων, επηρεάζει την παραγωγικότητα και δημιουργεί πρόσθετες πιέσεις στις υποδομές και στα συστήματα υγείας.

Ιδιαίτερη διάσταση έχει και το ζήτημα των κοινωνικών ανισοτήτων, καθώς οι ευάλωτες πληθυσμιακές ομάδες επηρεάζονται δυσανάλογα από τις υψηλές θερμοκρασίες, ενώ συχνά διαθέτουν λιγότερες δυνατότητες προστασίας. Επομένως, η αντιμετώπιση του προβλήματος συνδέεται άμεσα με την ποιότητα του αστικού σχεδιασμού και την ισότιμη πρόσβαση σε καλύτερες συνθήκες διαβίωσης.

Πέντε πάρκα τσέπης στην Αθήνα

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα αποτελέσματα των επιστημονικών προσομοιώσεων, καθώς καταγράφουν τα δυνητικά οφέλη συγκεκριμένων παρεμβάσεων σε επιλεγμένες περιοχές της Αθήνας και του Πειραιά.

Σύμφωνα με τα στοιχεία των ερευνών, τα αστικά πάρκα εμφανίζουν κατά μέσο όρο θερμοκρασίες αέρα χαμηλότερες κατά 0,9°C στη διάρκεια της ημέρας και κατά 1,2°C τη νύχτα, σε σύγκριση με τον περιβάλλοντα αστικό ιστό. Το εύρημα αναδεικνύει τη συμβολή του πρασίνου στον περιορισμό της θερμικής επιβάρυνσης, ιδιαίτερα σε πυκνοδομημένες περιοχές.

Στον Άγιο Διονύσιο του Πειραιά εξετάστηκε ένα υποθετικό σενάριο δημιουργίας πέντε πάρκων τσέπης σε γειτονικά σημεία, στο οποίο περιλαμβάνεται και η μετατροπή τμήματος σχολικής αυλής σε πράσινο χώρο. Σύμφωνα με τη μικροκλιματική προσομοίωση, ο συνδυασμός των παρεμβάσεων θα μπορούσε να μειώσει τοπικά τη θερμοκρασία έως και 2°C.

Η συγκεκριμένη προσέγγιση αναδεικνύει τη δυνατότητα αξιοποίησης μικρών διαθέσιμων εκτάσεων μέσα στον αστικό ιστό, οι οποίες, όταν εντάσσονται σε ένα ευρύτερο δίκτυο πράσινων χώρων, μπορούν να συμβάλουν στη βελτίωση των μικροκλιματικών συνθηκών μιας γειτονιάς.

Στην πλατεία Ομονοίας εξετάστηκε, αντίστοιχα, η εφαρμογή ψυχρών υλικών στο οδόστρωμα και στα πεζοδρόμια. Η προσομοίωση έδειξε ότι η παρέμβαση θα μπορούσε να επιφέρει μείωση της θερμοκρασίας του αέρα κατά 0,3°C έως 1°C.

Τα παραδείγματα καταδεικνύουν ότι ακόμη και παρεμβάσεις περιορισμένης κλίμακας μπορούν να έχουν μετρήσιμα οφέλη, εφόσον επιλέγονται με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της περιοχής και εντάσσονται σε έναν συνεκτικό σχεδιασμό.

Η θερμική ανθεκτικότητα αλλάζει τα δεδομένα

Πέρα από τον δημόσιο χώρο, οι μελέτες αναδεικνύουν τη σημασία της θερμικής συμπεριφοράς των κτηρίων, ένα ζήτημα που αποκτά αυξανόμενη βαρύτητα για τον κλάδο των κατασκευών και του real estate.

Η έρευνα σε 33 χώρους γραφείων και κατοικίες στην Αττική επιχειρεί να καταγράψει πώς τα κατασκευαστικά χαρακτηριστικά και οι συνθήκες λειτουργίας ενός ακινήτου επηρεάζουν τη θερμική του ανθεκτικότητα. Η περίοδος κατασκευής, η ποιότητα των ανακαινίσεων, ο όροφος και ο φυσικός αερισμός αποτελούν βασικές παραμέτρους που εξετάζονται.

Η σημασία των συγκεκριμένων παραγόντων συνδέεται με την ανάγκη περιορισμού της ενεργειακής κατανάλωσης και διατήρησης συνθηκών θερμικής άνεσης σε κατοικίες και επαγγελματικούς χώρους. Για τους επενδυτές και τις εταιρείες ανάπτυξης ακινήτων, η ενσωμάτωση κριτηρίων κλιματικής ανθεκτικότητας στον σχεδιασμό μπορεί να συμβάλει στη δημιουργία κτηρίων με καλύτερη λειτουργική απόδοση και μεγαλύτερη προσαρμοστικότητα στις μελλοντικές κλιματικές συνθήκες.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο βιοκλιματικός σχεδιασμός δεν αποτελεί απλώς ένα πρόσθετο χαρακτηριστικό μιας νέας ανάπτυξης, αλλά μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής για τη βιωσιμότητα και τη μακροχρόνια αξιοποίηση του κτηριακού αποθέματος.

Τα έργα της DIMAND με έμφαση στον βιοκλιματικό σχεδιασμό

Η DIMAND παρουσιάζει, παράλληλα, ενδεικτικά έργα της που ενσωματώνουν αρχές βιώσιμου σχεδιασμού και περιβαλλοντικής αναβάθμισης. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται το Kaizen Campus, με πιστοποίηση LEED Gold, το HUB 26 και η ανάπλαση των πρώην εγκαταστάσεων του ζυθοποιείου ΦΙΞ στη δυτική είσοδο της Θεσσαλονίκης.

Στις εφαρμογές αυτές προστίθεται και η νέα ανάπτυξη του ακινήτου ιδιοκτησίας του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας (ΤΕΕ) στο Μαρούσι, η οποία παρουσιάζεται ως παράδειγμα ολοκληρωμένου βιοκλιματικού σχεδιασμού, συνδυάζοντας σύγχρονες κτηριακές υποδομές με την περιβαλλοντική αναβάθμιση του περιβάλλοντος χώρου.

Η προσέγγιση αυτή αντανακλά τη σταδιακή διεύρυνση της έννοιας της βιώσιμης ανάπτυξης ακινήτων. Το ζητούμενο δεν είναι πλέον μόνο η ενεργειακή απόδοση ενός κτηρίου, αλλά και η επίδρασή του στο ευρύτερο αστικό περιβάλλον, η σχέση του με τους δημόσιους χώρους και η συμβολή του στην αναβάθμιση της περιοχής όπου αναπτύσσεται.

Η επανάχρηση υφιστάμενων ακινήτων, οι αστικές αναπλάσεις και η δημιουργία περισσότερων χώρων πρασίνου αποτελούν στοιχεία αυτής της προσέγγισης, η οποία συνδέει την επενδυτική δραστηριότητα με την περιβαλλοντική και κοινωνική διάσταση της αστικής ανάπτυξης.

Η συνεργασία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα

Βασικό συμπέρασμα των τριών μελετών είναι ότι η αντιμετώπιση της αστικής υπερθέρμανσης δεν μπορεί να βασιστεί σε μία μεμονωμένη λύση. Απαιτείται συνδυασμός παρεμβάσεων, συνεκτικός πολεοδομικός σχεδιασμός και συνεργασία μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.

Οι δήμοι και οι περιφέρειες καλούνται να ενσωματώσουν την κλιματική διάσταση στον σχεδιασμό των έργων υποδομής και αναπλάσεων, αξιοποιώντας επιστημονικά δεδομένα για τις ανάγκες κάθε περιοχής. Από την πλευρά τους, οι επιχειρήσεις και οι επενδυτές μπορούν να συμβάλουν στην εφαρμογή σύγχρονων περιβαλλοντικών προδιαγραφών, στην αναβάθμιση του κτηριακού αποθέματος και στην ανάπτυξη έργων που λαμβάνουν υπόψη τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής.

Μέσα από την ερευνητική πρωτοβουλία, η DIMAND επιδιώκει να συμβάλει στην παραγωγή και διάδοση επιστημονικής γνώσης, αναδεικνύοντας τη σημασία της σύνδεσης της έρευνας με την εφαρμογή στην πράξη.

Για την ελληνική αγορά ακινήτων, το στοίχημα της επόμενης περιόδου δεν περιορίζεται στην κατασκευή νέων κτηρίων ή στην αξιοποίηση υφιστάμενων ακινήτων. Περιλαμβάνει τη δημιουργία αστικών περιοχών που θα μπορούν να ανταποκριθούν στις αυξανόμενες κλιματικές πιέσεις, διατηρώντας την οικονομική τους λειτουργικότητα και προσφέροντας καλύτερες συνθήκες διαβίωσης και εργασίας. Σε αυτή την κατεύθυνση, η κλιματική ανθεκτικότητα αναμένεται να αποτελέσει ολοένα σημαντικότερο κριτήριο για τον σχεδιασμό επενδύσεων και τη διαμόρφωση του αστικού περιβάλλοντος.





By browsing this website, you agree to our privacy policy.
I Agree