Κεντρικός άξονας της πρότασης είναι η αξιοποίηση κατάλληλων ακινήτων που βρίσκονται στην ιδιοκτησία των δήμων, ώστε να δημιουργηθούν κατοικίες με ελεγχόμενο κόστος και μακροχρόνιο κοινωνικό όφελος, χωρίς να μεταβιβάζεται η δημοτική κυριότητα.
Η ανάγκη για παρεμβάσεις αποτυπώνεται στα στοιχεία για τη στεγαστική αυτονομία των νέων στην Ελλάδα. Το 2024, η μέση ηλικία αποχώρησης από την οικογενειακή κατοικία διαμορφώθηκε στα 30,7 έτη, έναντι 26,2 ετών στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Την ίδια στιγμή, το 30,3% των νέων ηλικίας 15-29 ετών ζούσε σε νοικοκυριά όπου το κόστος στέγασης αντιστοιχούσε τουλάχιστον στο 40% του διαθέσιμου εισοδήματος, ποσοστό υπερτριπλάσιο από το 9,7% που καταγράφηκε στην ΕΕ.
Όπως επισημαίνει η μελέτη, η προσιτή κατοικία συνδέεται με τη δυνατότητα των νέων να αποκτήσουν σταθερή εργασία, να έχουν πρόσβαση σε υγεία, εκπαίδευση και μεταφορές, αλλά και να οργανώσουν την ανεξάρτητη ζωή τους. Παράλληλα, αποτελεί έναν από τους παράγοντες που επηρεάζουν τη δημιουργία οικογένειας, χωρίς να είναι η μοναδική αιτία της υπογεννητικότητας.
Δημοτική περιουσία: 389.556 εγγραφές στο Κτηματολόγιο
Σύμφωνα με την επεξεργασία στοιχείων που παρουσιάζει η BluPeak, στο συγκεντρωτικό αρχείο του Κτηματολογίου εντοπίστηκαν 389.556 εγγραφές και δικαιώματα που σχετίζονται με ακίνητα των 332 δήμων της χώρας. Η εταιρεία διευκρινίζει ότι τα στοιχεία αφορούν εγγραφές και δικαιώματα και όχι αντίστοιχο αριθμό αυτοτελών ή διαθέσιμων κατοικιών.
Η μελέτη εκτιμά ότι περίπου το 25% των δημοτικών δικαιωμάτων θα μπορούσε να αξιοποιηθεί άμεσα, το 40% απαιτεί τεχνική, διοικητική ή νομική ωρίμανση, ενώ το υπόλοιπο 35% εμφανίζει σημαντικές εκκρεμότητες ή περιορισμούς. Τα ποσοστά αυτά, ωστόσο, χρειάζονται επικαιροποίηση και έλεγχο σε επίπεδο δήμου, καθώς η δυνατότητα αξιοποίησης ενός ακινήτου δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι είναι κατάλληλο για χρήση ως κατοικία.
Για τον λόγο αυτό, προϋπόθεση της πρότασης είναι η συστηματική απογραφή και αξιολόγηση της δημοτικής περιουσίας. Κάθε ακίνητο θα πρέπει να διαθέτει πλήρη εικόνα ως προς την ιδιοκτησία, τη θέση, την πραγματική του κατάσταση, τις επιτρεπόμενες χρήσεις και το κόστος αποκατάστασης.
Στο πλαίσιο αυτό, η BluPeak εισηγείται την αντιστοίχιση τίτλων ιδιοκτησίας, στοιχείων Ε9, ΑΤΑΚ και ΚΑΕΚ, τη γεωγραφική αποτύπωση των ακινήτων και τη δημιουργία ενιαίου ψηφιακού φακέλου. Με αυτόν τον τρόπο, οι δήμοι θα μπορούν να διακρίνουν ποια ακίνητα είναι πράγματι αξιοποιήσιμα και ποια μπορούν να ανταποκριθούν σε συγκεκριμένες στεγαστικές ανάγκες.
Μακροχρόνιες μισθώσεις και ανακαινίσεις με κοινωνικά κριτήρια
Ως προς το μοντέλο αξιοποίησης, η μελέτη προτείνει διαφορετικά εργαλεία, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά κάθε ακινήτου και τις ανάγκες της τοπικής κοινωνίας. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται μακροχρόνιες μισθώσεις με χαμηλό ή ελεγχόμενο μίσθωμα, παραχώρηση χρήσης με βάση κοινωνικά και εισοδηματικά κριτήρια, καθώς και ανακαινίσεις με αντάλλαγμα την πολυετή κατοίκηση, εφόσον έχει προηγηθεί ο απαραίτητος έλεγχος της δυνατότητας εφαρμογής τους.
Ειδική πρόβλεψη προτείνεται για τη στέγαση γιατρών, εκπαιδευτικών και άλλων εργαζομένων σε κρίσιμες υπηρεσίες, ενώ στο πλαίσιο της πρότασης εντάσσονται και κίνητρα για τη μόνιμη εγκατάσταση νέων οικογενειών.
Βασική παράμετρος του σχεδιασμού είναι η διατήρηση της κυριότητας των ακινήτων από τους δήμους. Η αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεων θα παρακολουθείται διαρκώς, ώστε τα ακίνητα που ενεργοποιούνται να μπορούν να καλύπτουν διαδοχικές στεγαστικές ανάγκες και να διατηρούν τη χρησιμότητά τους σε βάθος χρόνου.
Στεγαστικές λύσεις προσαρμοσμένες στις ανάγκες κάθε περιοχής
Η BluPeak υπογραμμίζει ότι δεν μπορεί να εφαρμοστεί ένα ενιαίο μοντέλο σε όλους τους δήμους, καθώς οι στεγαστικές ανάγκες και οι συνθήκες διαφέρουν σημαντικά μεταξύ αστικών κέντρων και περιφέρειας.
Ειδικά για τις περιοχές εκτός των μεγάλων αστικών κέντρων, η διαθεσιμότητα προσιτής κατοικίας θα πρέπει να συνδυάζεται με την ύπαρξη θέσεων εργασίας, σχολείων, υπηρεσιών υγείας, μεταφορικών υποδομών και ψηφιακής συνδεσιμότητας. Η εξασφάλιση μιας κατοικίας από μόνη της δεν αρκεί για να ενθαρρύνει τη μόνιμη εγκατάσταση νέων ανθρώπων, εάν δεν συνοδεύεται από τις αναγκαίες συνθήκες για την καθημερινή τους ζωή.
Στο πλαίσιο αυτό, η μελέτη προτείνει τη διασύνδεση των δεδομένων της δημοτικής περιουσίας με στοιχεία για τη στεγαστική ζήτηση, τις δημογραφικές μεταβολές και τις διαθέσιμες τοπικές υπηρεσίες. Στόχος είναι κάθε δήμος να μπορεί να προσδιορίζει ποια ακίνητα μπορούν να ενεργοποιηθούν, με ποιο κόστος και για ποιες κατηγορίες δικαιούχων.
