12 Οκτ 2026

ΙΕΛΚΑ: Στα €25,7 δισ. η ετήσια δαπάνη των νοικοκυριών για είδη παντοπωλείου

Στα €2.433 η κατά κεφαλήν δαπάνη για είδη παντοπωλείου το 2025

  • RE+D Magazine

Σε περίπου 25,7 δισ. ευρώ ανήλθε η συνολική ετήσια δαπάνη των ελληνικών νοικοκυριών για είδη παντοπωλείου, σύμφωνα με ανάλυση του Ινστιτούτου Έρευνας Λιανεμπορίου Καταναλωτικών Αγαθών (ΙΕΛΚΑ), η οποία βασίζεται στα στοιχεία της Έρευνας Οικογενειακών Προϋπολογισμών της ΕΛΣΤΑΤ και εξετάζει την εξέλιξη της καταναλωτικής συμπεριφοράς από το 2008 έως το 2025.

Από το συνολικό ποσό, περίπου 18,1 δισ. ευρώ αφορούν είδη διατροφής, 1 δισ. ευρώ μη αλκοολούχα ποτά και 1,6 δισ. ευρώ αλκοολούχα ποτά. Στα μη τρόφιμα, οι δαπάνες για είδη οικιακής φροντίδας διαμορφώνονται σε 1,7 δισ. ευρώ και για είδη προσωπικής φροντίδας σε 2,3 δισ. ευρώ.

Η εκτίμηση στην ανάλυση του ΙΕΛΚΑ αφορά αποκλειστικά στα ελληνικά νοικοκυριά και δεν περιλαμβάνει τις αγορές των περίπου 40 εκατ. ξένων επισκεπτών στη χώρα. Σύμφωνα με αρχική εκτίμηση, η πρόσθετη δαπάνη των τουριστών ξεπερνά τα 1,5 δισ. ευρώ.

Αύξηση 3,9% στην κατά κεφαλήν δαπάνη για είδη παντοπωλείου

Το 2025, η συνολική ετήσια καταναλωτική δαπάνη ανά κάτοικο ανήλθε σε 9.216 ευρώ, αυξημένη κατά 5,5% σε σχέση με το 2024. Η κατά κεφαλήν δαπάνη για είδη παντοπωλείου διαμορφώθηκε σε 2.433 ευρώ, καταγράφοντας μικρότερη άνοδο, κατά 3,9%.

Ανά κατηγορία, οι δαπάνες για είδη διατροφής αυξήθηκαν κατά 4,1%, για μη αλκοολούχα ποτά κατά 3,6% και για αλκοολούχα ποτά κατά 8,1%. Στα μη τρόφιμα, τα είδη οικιακής φροντίδας ενισχύθηκαν κατά 8,7%, ενώ τα είδη προσωπικής φροντίδας υποχώρησαν κατά 2,9%.

Η αύξηση των δαπανών για είδη παντοπωλείου ήταν χαμηλότερη από την άνοδο τόσο της συνολικής κατανάλωσης όσο και των καθαρών αποδοχών στα δύο ενδεικτικά νοικοκυριά που εξετάζει η ανάλυση. Οι καθαρές αποδοχές ενός άγαμου χωρίς παιδιά, με εισόδημα ίσο με το 100% των μέσων αποδοχών, αυξήθηκαν κατά 7,3%, ενώ για ένα ζευγάρι με δύο εργαζόμενους και δύο παιδιά, με αποδοχές και των δύο στο ίδιο επίπεδο, η αύξηση έφτασε το 9,4%.

Την ίδια στιγμή, μεγαλύτερη άνοδο σημείωσαν οι δαπάνες για στέγαση, οι οποίες αυξήθηκαν κατά 8,3%, τα ενοίκια, με άνοδο 14,4%, και η εστίαση, με αύξηση 6,1%.

Από την κρίση στην ανάκαμψη της κατανάλωσης

Η εξέλιξη των δαπανών από το 2008 αναδεικνύει τις επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης και τη σταδιακή ανάκαμψη των τελευταίων ετών. Η συνολική ετήσια δαπάνη ανά κάτοικο υποχώρησε από τα 9.518 ευρώ το 2008 στα 6.267 ευρώ το 2020, προτού ανακάμψει στα 9.216 ευρώ το 2025. Παρά την ανάκαμψη, παραμένει περίπου 3% χαμηλότερη από το επίπεδο του 2008, σε ονομαστικούς όρους.

Αντίθετα, η δαπάνη για διατροφή και μη αλκοολούχα ποτά ήταν το 2025 περίπου 20% υψηλότερη σε σχέση με το 2008. Ο ηλεκτρισμός βρισκόταν σε επίπεδο υπερδιπλάσιο σε σχέση με την αρχή της περιόδου, ενώ τα ενοίκια είχαν αυξηθεί κατά 36%. Η συνολική δαπάνη για καύσιμα παρέμενε κοντά στα επίπεδα του 2008.

Σημαντική είναι και η μεταβολή στη συμμετοχή των βασικών κατηγοριών στον οικογενειακό προϋπολογισμό. Το ποσοστό των δαπανών για διατροφή και μη αλκοολούχα ποτά αυξήθηκε από 16,4% το 2008 σε 23,1% το 2020, υποχωρώντας στη συνέχεια στο 20,4% το 2025, από 20,7% το 2023 και το 2024.

Από το 2012 και μετά, με εξαίρεση την περίοδο της πανδημίας, η διατροφή απορροφά περίπου το 20%-21% των συνολικών δαπανών. Η στέγαση καταλαμβάνει πλέον το 14,7%, έναντι 11,8% το 2008, ενώ η εστίαση αντιστοιχεί στο 10,7% της δαπάνης του 2025, έχοντας ξεπεράσει τα προ πανδημίας επίπεδα.

Πουλερικά, αυγά και έτοιμα γεύματα κερδίζουν έδαφος

Οι αγοραζόμενες ποσότητες αποτυπώνουν σημαντικές αλλαγές στη σύνθεση του διατροφικού καλαθιού των νοικοκυριών. Η σύγκριση του 2025 με το 2008 δείχνει ότι η κατανάλωση δεν ακολουθεί ενιαία τάση, καθώς ορισμένες κατηγορίες υποχωρούν, ενώ άλλες ενισχύονται.

Στις βασικές πηγές υδατανθράκων, οι αγορές ψωμιού και αρτοποιημάτων μειώθηκαν κατά 12,3% σε σχέση με το 2008. Αντίθετα, τα δημητριακά αυξήθηκαν κατά 32,3% και τα ζυμαρικά κατά 10,3%.

Στις ζωικές πρωτεΐνες, οι αγοραζόμενες ποσότητες βόειου κρέατος υποχώρησαν κατά 29,2%, των αλλαντικών κατά 35,4%, των ψαριών κατά 14,6% και των θαλασσινών κατά 37,2%. Στον αντίποδα, τα πουλερικά ενισχύθηκαν κατά 31,9%, φτάνοντας τα 16,9 κιλά ανά άτομο ετησίως.

Στα γαλακτοκομικά, οι αγορές πλήρους νωπού γάλακτος μειώθηκαν κατά 42,5% και του συντηρημένου γάλακτος κατά 60%. Αντίθετα, το γάλα χαμηλών λιπαρών αυξήθηκε κατά 38% και το γιαούρτι κατά 31%. Ιδιαίτερα σημαντική ήταν και η άνοδος των αγορών αυγών, κατά 66,6% σε σχέση με το 2008.

Αξιοσημείωτη είναι η υποχώρηση των αγοραζόμενων ποσοτήτων ελαιολάδου, κατά 34,8% έναντι του 2008 και κατά 40,2% σε σύγκριση με το 2015. Όπως επισημαίνει το ΙΕΛΚΑ, η εξέλιξη θα πρέπει να αξιολογείται σε συνδυασμό με τις μεταβολές των τιμών και των καταναλωτικών συνηθειών, χωρίς να αποδίδεται αποκλειστικά σε έναν παράγοντα.

Στα φρούτα, οι αγορές μειώθηκαν κατά 8,9%, ενώ τα λαχανικά παρέμειναν ουσιαστικά σταθερά, με αύξηση 1%. Τα όσπρια ενισχύθηκαν κατά 23,5% και οι ξηροί καρποί κατά 11%, ενώ οι πατάτες υποχώρησαν κατά 24,2%.

Παράλληλα, οι αγορές ζάχαρης μειώθηκαν κατά 53,5%, ενώ το μέλι και οι μαρμελάδες αυξήθηκαν κατά 68,9%. Άνοδο κατέγραψαν επίσης οι σοκολάτες, κατά 9,3%, και τα παγωτά, κατά 20,2%.

Ιδιαίτερα έντονη ήταν η αύξηση στα έτοιμα γεύματα, από 0,24 κιλά ανά κάτοικο το 2015 σε 3,34 κιλά το 2025. Η μεταβολή αυτή αναδεικνύει τη διεύρυνση των αγορών προϊόντων που προσφέρουν μεγαλύτερη ευκολία και ταχύτητα στην καθημερινή διατροφή.

Λιγότερες αγοραζόμενες θερμίδες, με επιφυλάξεις στην ερμηνεία

Σύμφωνα με την ανάλυση του ΙΕΛΚΑ, οι αγοραζόμενες ποσότητες των εξεταζόμενων κατηγοριών αντιστοιχούσαν σε περίπου 1.915 θερμίδες ημερησίως ανά άτομο το 2025, έναντι 2.149 το 2015 και 2.210 το 2008. Πρόκειται για μείωση 13,3% σε σχέση με το 2008 και 10,9% σε σχέση με το 2015.

Ωστόσο, ο δείκτης δεν αποτυπώνει την πραγματική θερμιδική πρόσληψη του πληθυσμού. Η Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών καταγράφει τις αγορές και τις προμήθειες τροφίμων και όχι την ποσότητα που τελικά καταναλώνει κάθε άτομο. Επιπλέον, δεν αποτυπώνει με τον ίδιο τρόπο τη σπατάλη τροφίμων και τη διατροφή εκτός σπιτιού.

Η μείωση του δείκτη συνδέεται κυρίως με την υποχώρηση των αγορών σε κατηγορίες με σημαντική θερμιδική συνεισφορά, όπως το ψωμί και τα αρτοποιήματα, το ελαιόλαδο, η ζάχαρη, το τυρί και ορισμένες κατηγορίες κρέατος. Αντίθετα, αυξήθηκε η συνεισφορά των πουλερικών, του γιαουρτιού, των αυγών και των έτοιμων γευμάτων.

Χαμηλότερη από τον μέσο όρο της ΕΕ η παχυσαρκία

Στα στοιχεία για την παχυσαρκία, το ποσοστό των ενηλίκων στην Ελλάδα που καταγράφονταν ως παχύσαρκοι διαμορφωνόταν στο 12,8%, έναντι 16,3% στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat που παραθέτει το ΙΕΛΚΑ.

Η Ελλάδα εμφανίζεται με το δεύτερο χαμηλότερο ποσοστό μεταξύ των κρατών-μελών, μετά την Ιταλία, όπου το αντίστοιχο ποσοστό διαμορφωνόταν στο 7%, και οριακά χαμηλότερα από τη Ρουμανία, με 12,9%.

Το ΙΕΛΚΑ υπογραμμίζει ότι δεν μπορεί να τεκμηριωθεί άμεση αιτιώδης σχέση μεταξύ των μεταβολών στις αγοραζόμενες ποσότητες τροφίμων και της εξέλιξης της παχυσαρκίας, καθώς οι δύο δείκτες βασίζονται σε διαφορετικές πηγές και μετρούν διαφορετικά μεγέθη.





By browsing this website, you agree to our privacy policy.
I Agree