Η έρευνα, η οποία διεξάγεται σε μηνιαία βάση και έχει καθιερωθεί ως θεσμικό εργαλείο τεκμηρίωσης για τον ξενοδοχειακό κλάδο της πρωτεύουσας, καταγράφει βελτίωση και στους τρεις βασικούς δείκτες –πληρότητα, μέση τιμή δωματίου (ADR) και έσοδα ανά διαθέσιμο δωμάτιο (RevPar)– σε σύγκριση τόσο με το 2024 όσο και με το 2023. Η μέση πληρότητα διαμορφώθηκε στο 77,1%, αυξημένη κατά 0,9% σε σχέση με το 2024 και κατά 3,2% έναντι του 2023. Η μέση τιμή δωματίου (ADR) ανήλθε στα 177 ευρώ, με την αύξηση να παραμένει θετική αλλά σαφώς πιο ήπια (+2,5% σε ετήσια βάση), αποτυπώνοντας τη μετάβαση από τη δυναμική μεταπανδημική άνοδο των τιμών σε ένα πιο εξομαλυμένο περιβάλλον. Ως αποτέλεσμα, το RevPar διαμορφώθηκε στα 137 ευρώ, σημειώνοντας άνοδο 3,4% σε σχέση με το 2024 και 16,1% σε σύγκριση με το 2023.
Ενίσχυση των «πλάγιων» περιόδων
Ιδιαίτερα θετική ήταν για ακόμη μία χρονιά η εικόνα κατά τους μήνες Ιανουαρίου–Μαρτίου και Νοεμβρίου–Δεκεμβρίου, όπου η πληρότητα αυξήθηκε κατά 5,3% και το ADR κατά 5,4% σε σύγκριση με το 2024. Αντίθετα, κατά την περίοδο Απριλίου–Οκτωβρίου, η πληρότητα υποχώρησε κατά 1,2%, ενώ το ADR κατέγραψε πιο συγκρατημένη άνοδο 2,7%. Η εξέλιξη αυτή επιβεβαιώνει τη διαρθρωτική ενίσχυση της Αθήνας ως προορισμού δωδεκάμηνης λειτουργίας, με σταδιακή βελτίωση των λεγόμενων «πλάγιων» περιόδων. Οι μηνιαίες διακυμάνσεις του 2025 καταδεικνύουν ενίσχυση κυρίως τον Μάρτιο, τον Απρίλιο, τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο, ενώ ορισμένοι μήνες αιχμής εμφάνισαν ήπια κάμψη, στοιχείο που απαιτεί προσεκτική παρακολούθηση.
Η Αθήνα στον ευρωπαϊκό ανταγωνισμό
Σε σύγκριση με δέκα τουριστικά νευραλγικές ευρωπαϊκές πόλεις, η Αθήνα διατηρήθηκε εντός της πρώτης πεντάδας ως προς τη ζήτηση, αν και υποχώρησε από την τρίτη θέση που κατείχε το 2024. Κατέγραψε υψηλότερη πληρότητα από τη Μαδρίτη, το Μόναχο, το Βερολίνο, τη Βιέννη και την Κωνσταντινούπολη, με το Λονδίνο να αποτελεί τη μοναδική αγορά που ξεπέρασε το όριο του 80%. Ωστόσο, παρά την υψηλή ζήτηση, οι τιμές της Αθήνας παραμένουν χαμηλές σε σύγκριση με τις ανταγωνιστικές αγορές. Με ADR στα 177 ευρώ, η πόλη κατατάσσεται έβδομη μεταξύ έντεκα ευρωπαϊκών προορισμών, γεγονός που υποδηλώνει περιθώριο βελτίωσης της μέσης τιμής, υπό την προϋπόθεση αναβάθμισης των υποδομών και της συνολικής εμπειρίας του επισκέπτη. Την ίδια στιγμή, η ταχεία αύξηση της προσφοράς κλινών όλων των τύπων εντείνει τον ανταγωνισμό και καθιστά αναγκαία τη συνετή τιμολογιακή πολιτική.
Υποδομές, ρυθμιστικό πλαίσιο και βιωσιμότητα
Σε συνδυασμό με τα ευρήματα της 20ής Ετήσιας Έρευνας Ικανοποίησης Επισκεπτών και Απόδοσης Ξενοδοχείων (2024) της ΕΞΑΑΑ, αναδεικνύεται η ανάγκη για ουσιαστική και συντονισμένη αναβάθμιση των υποδομών της πόλης –μεταφορές, καθαριότητα, δημόσιοι χώροι και προσβασιμότητα–, καθώς η εμπειρία του επισκέπτη συνδέεται άμεσα με τη λειτουργικότητα και την ποιότητα ζωής των κατοίκων. Το νέο κανονιστικό πλαίσιο για τη βραχυχρόνια μίσθωση θεωρείται ένα πρώτο βήμα προς την εξισορρόπηση της αγοράς, ωστόσο απαιτείται συνεχής παρακολούθηση και στοχευμένες παρεμβάσεις σε επίπεδο δήμων, ώστε να διασφαλιστεί η ομαλή συνύπαρξη όλων των μορφών φιλοξενίας. Παράλληλα, η ενίσχυση του πολιτιστικού και συνεδριακού τουρισμού, η προώθηση εναλλακτικών μορφών τουρισμού, καθώς και η σύνδεση του τουρισμού με την τοπική παραγωγή και τη γαστρονομία, μπορούν να συμβάλουν καθοριστικά στη μείωση της εποχικότητας και στη γεωγραφική διασπορά των οφελών. Το 2025 επιβεβαιώνει ότι ο τουρισμός της Αθήνας εισέρχεται σε μια φάση ωρίμανσης, όπου η ποιοτική, βιώσιμη και κοινωνικά ισορροπημένη ανάπτυξη αποτελεί τον κεντρικό στόχο. Η ΕΞΑΑΑ δηλώνει ότι θα συνεχίσει να συμβάλλει ενεργά με τεκμηριωμένες προτάσεις, έρευνες και συνεργασίες, ώστε η Αθήνα να παραμείνει ένας σύγχρονος και ανταγωνιστικός ευρωπαϊκός προορισμός.
