Ο κ. Schulte αναφέρθηκε με θετικά λόγια στην παρουσία της Fraport στην Ελλάδα και στη συνεργασία με την ελληνική κυβέρνηση, υπογραμμίζοντας ότι το ενδιαφέρον για την υλοποίηση νέων επενδύσεων παραμένει ισχυρό.
Όπως ανέφερε, η Fraport έχει επενδύσει μέχρι σήμερα περίπου 2 δισ. ευρώ στην Ελλάδα. Από το συνολικό ποσό, περίπου 1,2 δισ. ευρώ αφορά την απόκτηση και παραχώρηση των 14 περιφερειακών αεροδρομίων, ενώ περίπου 800 εκατ. ευρώ έχουν κατευθυνθεί σε έργα αναβάθμισης και επέκτασής τους.
Επόμενος σημαντικός σταθμός αποτελεί η νέα σύμβαση παραχώρησης του αεροδρομίου της Καλαμάτας. Η Fraport AG προτίθεται να επενδύσει περίπου 125 εκατ. ευρώ για την ανάπτυξη και αναβάθμιση του αεροδρομίου.
Η Καλαμάτα εντάσσεται έτσι στον ευρύτερο σχεδιασμό του γερμανικού ομίλου για ενίσχυση της παρουσίας του στην ελληνική αγορά αεροπορικών υποδομών, σε μια περίοδο κατά την οποία η τουριστική κίνηση και οι ανάγκες για σύγχρονες υποδομές αυξάνονται.
Στα 39 εκατ. οι επιβάτες το 2026
Η δυναμική της ελληνικής αγοράς αποτυπώνεται και στην επιβατική κίνηση. Σύμφωνα με τον διευθύνοντα σύμβουλο της Fraport AG, η Fraport Greece διακίνησε το 2025 συνολικά 37 εκατ. επιβάτες, ενώ για το 2026 εκτιμάται ότι ο αριθμός θα προσεγγίσει τα 39 εκατ. επιβάτες.
Η αύξηση της κίνησης ενισχύει την ανάγκη για συνεχή αναβάθμιση των αεροδρομιακών εγκαταστάσεων, αλλά και για βελτιώσεις στο ευρύτερο δίκτυο υποδομών που συνδέει τα αεροδρόμια με τους τουριστικούς προορισμούς και τα μεγάλα αστικά κέντρα.
«Αγκάθι» οι υποδομές και ο έλεγχος εναέριας κυκλοφορίας
Ο κ. Schulte έθεσε παράλληλα μια σειρά από ζητήματα που, όπως σημείωσε, θα πρέπει να αντιμετωπιστούν προκειμένου να αξιοποιηθεί πλήρως η δυναμική των ελληνικών αεροδρομίων. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην ανάγκη ολοκλήρωσης έργων υποδομής, ώστε να εξασφαλιστεί η αποτελεσματικότερη διασύνδεση των αεροδρομίων με το υπόλοιπο δίκτυο μεταφορών της χώρας.
Στο επίκεντρο βρέθηκε και η διαδικασία ελέγχου των μη Ευρωπαίων επιβατών. Ο επικεφαλής της Fraport AG ζήτησε αλλαγές στον τρόπο επεξεργασίας των βιομετρικών στοιχείων, καθώς η υφιστάμενη διαδικασία είναι χρονοβόρα και προκαλεί καθυστερήσεις στον έλεγχο των ταξιδιωτών.
Παράλληλα, υπογράμμισε την ανάγκη αναβάθμισης του συστήματος ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας, ζήτημα που συνδέεται άμεσα με την αύξηση της αεροπορικής κίνησης και τη δυνατότητα των αεροδρομίων να διαχειριστούν μεγαλύτερους όγκους επιβατών και πτήσεων.
Ελληνογερμανικό «case study»
Τη συζήτηση με τον κ. Schulte και τον υπουργό Υποδομών και Μεταφορών συντόνισε ο πρόεδρος του Ελληνογερμανικού Επιμελητηρίου, Δρ. Άγις Παπαδόπουλος, ο οποίος στάθηκε στη σύμπτωση απόψεων μεταξύ της ελληνικής κυβέρνησης και της διοίκησης της Fraport AG.
Όπως τόνισε, η συνεργασία του γερμανικού ομίλου με την Ελλάδα αποτελεί ένα επιτυχημένο διμερές «case study», ενώ για τη Fraport η χώρα εξακολουθεί να αποτελεί ελκυστικό επενδυτικό προορισμό.
Ο αντιπρόεδρος Βορείου Ελλάδος του Επιμελητηρίου, Ανδρέας Σπυρίδης, υπογράμμισε από την πλευρά του ότι οι υποδομές συνδέονται άμεσα με την ανταγωνιστικότητα της χώρας, την προσέλκυση επενδύσεων και τη γεωπολιτική σταθερότητα της ευρύτερης περιοχής.
Η φετινή διοργάνωση συμπλήρωσε, τέλος, 10 χρόνια από το πρώτο business dinner του Ελληνογερμανικού Επιμελητηρίου, γεγονός που, όπως επισημάνθηκε, έχει καταστήσει την εκδήλωση θεσμό για την ελληνογερμανική επιχειρηματική κοινότητα, τη ΔΕΘ και τη Θεσσαλονίκη.
