Αν και οι τιμές αυξήθηκαν σταδιακά από το 2013, η εκτόξευσή τους επιταχύνθηκε κατά την πανδημία COVID-19, οδηγώντας σε σοβαρή μείωση της προσιτότητας των κατοικιών. Συγκεκριμένα, το ΑΕΠ στην Ευρώπη αυξήθηκε κατά 19,2% από το 2013 έως το 2024, ενώ οι τιμές των ακινήτων αυξήθηκαν κατά 60% στο ίδιο διάστημα.
Η πανδημία ενίσχυσε περαιτέρω αυτήν την τάση λόγω χαμηλών επιτοκίων και αυξημένης ζήτησης για στέγαση. Ωστόσο, από το 2022 και μετά, οι αυστηρότερες πιστωτικές πολιτικές των τραπεζών και η αύξηση των επιτοκίων επιβράδυναν προσωρινά την άνοδο των τιμών, χωρίς όμως να επιφέρουν σημαντική βελτίωση στην προσιτότητα.
Source: Eurostat/Oxford Economics
Οι λιγότερο προσιτές πόλεις στην Ευρώπη
Η προσιτότητα της κατοικίας ποικίλλει σημαντικά ανάμεσα στις ευρωπαϊκές χώρες, με τις Αθήνα, Κοπεγχάγη και μεγάλες γερμανικές πόλεις να είναι οι λιγότερο προσιτές.
Η Αθήνα είναι η πόλη με τη χειρότερες συνθήκες όσον αφορά στην προσιτότητα κατοικίας σε Πανευρωπαϊκό επίπεδο, καθώς το 27,9% των κατοίκων ξοδεύει πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός του σε στέγαση. Παρά το γεγονός ότι οι τιμές των κατοικιών στην Αθήνα είναι χαμηλότερες από άλλες ευρωπαϊκές πόλεις, οι χαμηλοί μισθοί, η υψηλή ανεργία και οι γενικότερες οικονομικές δυσκολίες της Ελλάδας έχουν οδηγήσει σε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες για την αγορά ή ενοικίαση κατοικίας.
Ακολουθεί η Κοπεγχάγη (Δανία) που είναι η δεύτερη λιγότερο προσιτή πόλη στην Ευρώπη, με τη στεγαστική κρίση να είναι ιδιαίτερα εμφανής στις μεγάλες αστικές περιοχές.
Το πρόβλημα είναι επίσης μεγάλο και στη Γερμανία, όπου η προσιτότητα στην στέγη είναι επίσης περιορισμένη, με δέκα αστικές περιοχές (περιλαμβανομένων του Βερολίνου και του Αμβούργου) να καταγράφουν χαμηλότερη προσιτότητα από τις παραδοσιακά ακριβές περιοχές των Κάτω Χωρών, όπως το Άμστερνταμ και η Χάγη.
Διαφορές μεταξύ χωρών και πόλεων
Παρότι οι γενικές οικονομικές συνθήκες είναι παρόμοιες σε πολλές χώρες, η προσιτότητα κατοικίας διαφέρει σημαντικά λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών κάθε αγοράς ακινήτων. Για παράδειγμα, η προσιτότητα στη Γερμανία είναι διπλάσια χαμηλότερη από ό,τι στη Γαλλία, παρά το γεγονός ότι οι δύο χώρες έχουν συγκρίσιμες οικονομικές επιδόσεις. Ομοίως, η Ισπανία και η Πορτογαλία εμφανίζουν διαφορές στην προσιτότητα, παρά τη σχετική οικονομική τους ομοιότητα, γεγονός που δείχνει ότι πέρα από το εισόδημα, υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που επηρεάζουν την κατάσταση, όπως η ιδιοκατοίκηση, το φορολογικό καθεστώς και η προσφορά νέων κατοικιών.
Μέσα στις χώρες, παρατηρούνται επίσης μεγάλες αποκλίσεις. Οι μεγάλες πόλεις είναι πολύ λιγότερο προσιτές σε σύγκριση με τα προάστια, τις κωμοπόλεις και τις αγροτικές περιοχές. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα στις σκανδιναβικές χώρες και τη Δανία, όπου οι αστικές περιοχές αντιμετωπίζουν έντονες προκλήσεις στην προσιτότητα κατοικίας.
Μελλοντικές Προοπτικές
Η έκθεση προβλέπει ότι η πίεση στις τιμές των κατοικιών θα παραμείνει έντονη στο μεσοπρόθεσμο μέλλον (2025-2029). Κύριοι παράγοντες που θα διατηρήσουν το κόστος στέγασης υψηλό είναι:
- Αύξηση του πληθυσμού στις πόλεις: Πόλεις όπως η Πράγα, το Άμστερνταμ και το Βερολίνο έχουν σημειώσει σημαντική αύξηση του πληθυσμού, γεγονός που αυξάνει τη ζήτηση για κατοικίες και οδηγεί σε περαιτέρω άνοδο των τιμών.
- Περιορισμένη προσφορά κατοικιών: Η κατασκευή νέων κατοικιών δεν συμβαδίζει με τη ζήτηση, λόγω αυστηρών πολεοδομικών κανονισμών, υψηλού κόστους κατασκευής και έλλειψης οικοπέδων.
- Υψηλά επιτόκια και κόστος δανεισμού: Οι αυξήσεις των επιτοκίων έχουν αυξήσει το κόστος των στεγαστικών δανείων, επιβαρύνοντας περαιτέρω τους αγοραστές.
- Αύξηση ενοικίων και λειτουργικών εξόδων: Οι ενοικιαστές σε πολλές πόλεις αντιμετωπίζουν αυξημένα ενοίκια, ενώ παράλληλα το ενεργειακό κόστος και οι φόροι κατοικίας παραμένουν υψηλοί.
Σύμφωνα με τους αναλυτές ότι, αν και οι αγορές ακινήτων ποικίλλουν μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών, η συνολική τάση δείχνει επιδείνωση της προσιτότητας της κατοικίας στις μεγάλες πόλεις. Η στεγαστική κρίση είναι πιο έντονη σε πόλεις με υψηλή ζήτηση και περιορισμένη προσφορά ακινήτων, ενώ αναμένεται ότι το πρόβλημα θα συνεχιστεί τα επόμενα χρόνια, επηρεάζοντας την ποιότητα ζωής των κατοίκων και τη συνολική οικονομική σταθερότητα των χωρών.