Παράλληλα, τα έσοδα από τους ενεργειακούς φόρους ανήλθαν σε €261 δισ., ποσό που αντιστοιχεί στο 1,5% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ) της ΕΕ. Ωστόσο, το ποσοστό αυτό αποτελεί το χαμηλότερο μερίδιο επί του ΑΕΠ από το 2008, γεγονός που υποδηλώνει δομικές αλλαγές στην κατανάλωση ενέργειας και στην οικονομία.

Οι φόροι που σχετίζονται με το κλίμα αποτελούν βασικό εργαλείο πολιτικής για την Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κράτη-μέλη της, με στόχο τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου (GHG) και τον περιορισμό της υπερθέρμανσης του πλανήτη, σύμφωνα με τις δεσμεύσεις της Συμφωνίας των Παρισίων. Μέσω της επιβολής φόρων σε αγαθά και υπηρεσίες των οποίων η παραγωγή ή η χρήση προκαλεί εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, οι κυβερνήσεις επιδιώκουν να αυξήσουν το κόστος των ρυπογόνων δραστηριοτήτων. Με τον τρόπο αυτό ενθαρρύνονται τόσο οι επιχειρήσεις όσο και οι καταναλωτές να περιορίσουν το ανθρακικό τους αποτύπωμα και να στραφούν σε καθαρότερες εναλλακτικές λύσεις.
Οι ενεργειακοί και οι φόροι μεταφορών αντιπροσωπεύουν τη συντριπτική πλειονότητα των περιβαλλοντικών φορολογικών εσόδων στην ΕΕ, καλύπτοντας περίπου το 95% του συνόλου το 2023, με τους ενεργειακούς φόρους να ξεπερνούν το 75%.
Η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής απαιτεί δραστική μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Στο πλαίσιο αυτό, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει δεσμευτεί να μειώσει τις καθαρές εκπομπές της κατά τουλάχιστον 55% έως το 2030 σε σύγκριση με τα επίπεδα του 1990, καθώς και να επιτύχει κλιματική ουδετερότητα έως το 2050. Για την επίτευξη αυτών των στόχων, τα κράτη-μέλη αξιοποιούν ένα ευρύ φάσμα πολιτικών εργαλείων που κατευθύνουν τις οικονομικές και κοινωνικές συμπεριφορές προς πιο βιώσιμες πρακτικές.

Τα εργαλεία αυτά διακρίνονται σε δημοσιονομικά και μη . Τα δημοσιονομικά περιλαμβάνουν άμεσες χρηματικές παρεμβάσεις, όπως φόρους και συστήματα εμπορίας εκπομπών, που καθιστούν οικονομικά ασύμφορες τις περιβαλλοντικά επιβλαβείς δραστηριότητες. Παράλληλα, περιλαμβάνουν και κίνητρα υπέρ φιλικών προς το περιβάλλον επιλογών, όπως φοροαπαλλαγές, επιδοτήσεις και επενδυτική στήριξη. Αντίθετα, τα μη δημοσιονομικά εργαλεία βασίζονται σε κανονιστικές ρυθμίσεις, μη χρηματικά κίνητρα, ενημέρωση του κοινού και δημιουργία υποδομών, όπως τα δίκτυα δημόσιων μεταφορών.
Υπενθυμίζεται ότι σημαντικές οικονομικές επιβαρύνσεις για τα νοικοκυριά και τις μικρές επιχειρήσεις θα φέρει ο νέος ευρωπαϊκός κανονισμός για την απανθρακοποίηση σε κτήρια, μεταφορές και μικρές βιομηχανίες, ο οποίος θα τεθεί σε ισχύ από το 2027.
Με βάση τις προβλέψεις, στα ορυκτά καύσιμα –δηλαδή βενζίνη, πετρέλαιο και φυσικό αέριο– θα προστεθεί φόρος άνθρακα, οδηγώντας σε αυξήσεις τιμών. Σύμφωνα με τις σημερινές τιμές δικαιωμάτων εκπομπών CO₂, η βενζίνη αναμένεται να επιβαρυνθεί κατά 10,2 λεπτά/λίτρο, το πετρέλαιο κίνησης κατά 11,3 λεπτά και το μαζούτ κατά 14 λεπτά.