Ο κύκλος των νέων ετυμηγοριών ανοίγει την Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου με τον DBRS, ενώ στις 18 Σεπτεμβρίου ακολουθούν οι αξιολογήσεις της Scope Ratings και της Moody’s. Στις 23 Οκτωβρίου παίρνει σειρά η S&P, ενώ ο κύκλος ολοκληρώνεται στις 6 Νοεμβρίου με τον Fitch.
Η Ελλάδα έχει ήδη εξασφαλίσει την επενδυτική βαθμίδα από το 2023-2024 και οι περισσότεροι οίκοι έχουν προχωρήσει έκτοτε σε νέες αναβαθμίσεις. Κατά τον πρώτο γύρο αξιολογήσεων του 2026, οι οίκοι επιβεβαίωσαν το ελληνικό αξιόχρεο, διατηρώντας το στην επενδυτική βαθμίδα, με τη γεωπολιτική αβεβαιότητα να λειτουργεί ως βασικός λόγος για στάση αναμονής.
Χρέος και πρωτογενή πλεονάσματα στο επίκεντρο
Από τις προηγούμενες αξιολογήσεις του Μαρτίου μέχρι σήμερα, ωστόσο, έχουν διαμορφωθεί νέα δεδομένα, κυρίως στο δημοσιονομικό πεδίο. Ο κρατικός προϋπολογισμός κατέγραψε στο επτάμηνο Ιανουαρίου-Ιουλίου πρωτογενές πλεόνασμα €5,77 δισ., υπερβαίνοντας τον στόχο και ενισχύοντας την προοπτική περαιτέρω αποκλιμάκωσης του δημόσιου χρέους.
Παράλληλα, η Ελλάδα προχωρά σε νέες πρόωρες αποπληρωμές χρέους ύψους €12,8 δισ., όπως έχει αναφέρει ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και πρόεδρος του Eurogroup, Κυριάκος Πιερρακάκης.
Η εξέλιξη αυτή αναμένεται να επιταχύνει την πτωτική πορεία του δείκτη χρέους προς ΑΕΠ. Ο προϋπολογισμός προβλέπει υποχώρησή του στο 138,2% του ΑΕΠ το 2026, από 145,9% το 2025, με τις τελευταίες εξελίξεις να δημιουργούν προϋποθέσεις για ακόμη μεγαλύτερη αποκλιμάκωση.
Η Ελλάδα βρίσκεται έτσι σε τροχιά να απομακρυνθεί περαιτέρω από την κορυφή της κατάταξης των χωρών της Ευρωζώνης με το υψηλότερο χρέος.
Ανθεκτικότητα παρά την ενεργειακή πίεση
Το θετικό δημοσιονομικό momentum έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι εξωτερικοί κίνδυνοι έχουν ενταθεί. Η συνεχιζόμενη κρίση στη Μέση Ανατολή έχει προκαλέσει σημαντικές πιέσεις στις διεθνείς τιμές ενέργειας. Τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν σε μεγάλο βαθμό κλειστά, με αποτέλεσμα το πετρέλαιο Brent να κινείται κοντά στα $90 το βαρέλι, έναντι περίπου $60 στις αρχές του έτους.
Την ίδια στιγμή, η τιμή του φυσικού αερίου στην Ευρώπη έχει υπερδιπλασιαστεί, φτάνοντας στα €68/MWh, από €26,5/MWh.
Παρά τις πιέσεις σε ενέργεια και πληθωρισμό, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να εμφανίζει ανθεκτικότητα. Το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2% σε ετήσια βάση το α’ τρίμηνο του 2026, ενώ κρίσιμη για την εικόνα της οικονομίας θα είναι η ανακοίνωση των στοιχείων για το β’ τρίμηνο από την ΕΛΣΤΑΤ στις 7 Σεπτεμβρίου.
Scope: Πιο αισιόδοξες προβλέψεις για το χρέος
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η στάση της Scope Ratings, η οποία έχει ήδη αναθεωρήσει σε θετική από σταθερή την προοπτική του ελληνικού αξιόχρεου από τον Νοέμβριο του 2025.
Ο οίκος εμφανίζεται πλέον σημαντικά πιο αισιόδοξος για την πορεία του ελληνικού χρέους. Ενώ τον Μάρτιο προέβλεπε ότι το χρέος θα υποχωρούσε στο 127% του ΑΕΠ το 2030 και στο 120% το 2035, σε έκθεσή του τον Ιούνιο εκτίμησε ότι θα μπορούσε να φτάσει στο 107% του ΑΕΠ το 2031.
Μια τέτοια εξέλιξη θα έφερνε την Ελλάδα σε σαφώς καλύτερη θέση σε σχέση όχι μόνο με την Ιταλία, αλλά και με χώρες όπως η Γαλλία και το Βέλγιο.
Το «στοίχημα» της Moody’s
Με ενδιαφέρον αναμένεται και η νέα αξιολόγηση της Moody’s, καθώς ο οίκος δεν έχει ακολουθήσει μέχρι σήμερα την ίδια πορεία αναβαθμίσεων με τους υπόλοιπους μεγάλους οίκους. Τον Μάρτιο εκτιμούσε ότι η αποκλιμάκωση του ελληνικού χρέους θα συνεχιζόταν με βραδύτερο ρυθμό, προβλέποντας υποχώρησή του στο 140% του ΑΕΠ το 2027.
Τα νεότερα δημοσιονομικά δεδομένα και κυρίως η πρόωρη αποπληρωμή σημαντικού ύψους χρέους δημιουργούν πλέον διαφορετικές συνθήκες.
Ενδεικτική είναι η ίδια η επισήμανση της Moody’s ότι θα μπορούσε να υπάρξει ανοδική πίεση στο ελληνικό αξιόχρεο εάν καταγράφονταν διατηρήσιμες μειώσεις του χρέους που θα ξεπερνούσαν σημαντικά τις τρέχουσες προσδοκίες του οίκου.
DBRS και Fitch κρατούν το «κλειδί»
Στην αξιολόγηση του Μαρτίου, ο DBRS είχε επισημάνει ότι οι οικονομικοί και δημοσιονομικοί άνεμοι παραμένουν ευνοϊκοί για την Ελλάδα, προειδοποιώντας ωστόσο για τους καθοδικούς κινδύνους που δημιουργεί μια ενδεχόμενη κλιμάκωση των γεωπολιτικών εντάσεων.
Ο οίκος είχε αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο αναβάθμισης εφόσον το δημόσιο χρέος συνέχιζε να μειώνεται σύμφωνα με τις προσδοκίες και ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ διατηρούσε σταθερή καθοδική πορεία μεσοπρόθεσμα, υποστηριζόμενος από ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις.
Από την πλευρά του, ο Fitch έχει καταστήσει σαφές ότι η ταχεία αποκλιμάκωση του ελληνικού χρέους αποτέλεσε τον βασικό καταλύτη για τις τρεις αναβαθμίσεις που πραγματοποίησε από το 2021.
Ο οίκος επισημαίνει ότι η ελληνική οικονομία αναπτύχθηκε κατά 22% την περίοδο 2021-2025, έναντι περίπου 13,5% στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με την ανάπτυξη να αποτελεί βασικό μοχλό της μείωσης του χρέους. Ωστόσο, καθοριστικό ρόλο διαδραμάτισε και η δημοσιονομική πολιτική.
Οι προκλήσεις της επόμενης ημέρας
Το ερώτημα για τους οίκους αξιολόγησης είναι πλέον εάν η Ελλάδα μπορεί να διατηρήσει τον ίδιο ρυθμό δημοσιονομικής προσαρμογής σε ένα λιγότερο ευνοϊκό περιβάλλον.
Ο Fitch προειδοποιεί ότι ορισμένοι από τους παράγοντες που στήριξαν την ανάκαμψη αρχίζουν να εξασθενούν. Η τουριστική ανάκαμψη έχει σε μεγάλο βαθμό ολοκληρωθεί, η χρηματοδότηση από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας κορυφώνεται το 2026, ενώ το πραγματικό κόστος χρηματοδότησης δεν είναι πλέον αρνητικό.
Σε αυτό το περιβάλλον, μεγαλύτερο βάρος για την περαιτέρω αποκλιμάκωση του χρέους θα πρέπει να σηκώσουν τα πρωτογενή πλεονάσματα. Η διατήρησή τους, όμως, καθίσταται πιο απαιτητική λόγω της γήρανσης του πληθυσμού, των αυξανόμενων αμυντικών δαπανών και των μεγαλύτερων δημοσιονομικών αναγκών.
Έτσι, ο δεύτερος γύρος αξιολογήσεων του 2026 δεν θα αποτελέσει απλώς μια επανάληψη των προηγούμενων επιβεβαιώσεων. Οι οίκοι θα κληθούν να αξιολογήσουν κατά πόσο η Ελλάδα μπορεί να μετατρέψει τη σημερινή ταχεία αποκλιμάκωση του χρέους και τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα σε σταθερή, μακροπρόθεσμη τάση, διατηρώντας παράλληλα την οικονομία ανθεκτική απέναντι στις νέες γεωπολιτικές και ενεργειακές προκλήσεις.
