11 Μάι 2026

Ρεκόρ κερδοφορίας και μερισμάτων για τις εισηγμένες το 2025

  • RE+D Magazine

Ιστορικές επιδόσεις κατέγραψαν οι εισηγμένες εταιρείες στο Χρηματιστήριο Αθηνών κατά την οικονομική χρήση του 2025, με την κερδοφορία και τις χρηματικές διανομές προς τους μετόχους να κινούνται στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων δεκαετιών.

Σύμφωνα με στοιχεία της Beta Χρηματιστηριακή, τα καθαρά κέρδη των εισηγμένων διαμορφώθηκαν στα 12,1 δισ. ευρώ, έναντι 11,48 δισ. ευρώ το 2024, ενώ τα λειτουργικά κέρδη αυξήθηκαν κατά 3,8%, φθάνοντας τα 16,02 δισ. ευρώ.

Ο συνολικός κύκλος εργασιών των εισηγμένων ενισχύθηκε κατά 3,5% σε ετήσια βάση και ανήλθε στα 102,2 δισ. ευρώ, επιβεβαιώνοντας τη διατήρηση ισχυρής λειτουργικής δυναμικής παρά τις διεθνείς οικονομικές αβεβαιότητες. Καθοριστική ήταν η συμβολή του τραπεζικού κλάδου, ο οποίος εμφάνισε κέρδη ύψους 5,5 δισ. ευρώ.

Την ίδια στιγμή, οι συνολικές χρηματικές διανομές προς τους μετόχους εκτινάχθηκαν στα 6,1 δισ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 42% σε σχέση με τα 4,2 δισ. ευρώ του 2024 και καταγράφοντας το υψηλότερο επίπεδο από το 2007, όταν οι διανομές είχαν ανέλθει στα 5,4 δισ. ευρώ.

Η εικόνα αυτή αποδίδεται τόσο στην ισχυρή εταιρική κερδοφορία όσο και στη σταδιακή σύγκλιση της ελληνικής χρηματιστηριακής αγοράς με τα πρότυπα των ευρωπαϊκών ανεπτυγμένων αγορών ως προς την πολιτική διανομής μερισμάτων.

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στην πλήρη επαναφορά των συστημικών τραπεζών σε καθεστώς κανονικών εισηγμένων εταιρειών. Το 2025 αποτέλεσε τη δεύτερη συνεχόμενη χρονιά ουσιαστικών διανομών μερισμάτων από τον τραπεζικό κλάδο, με τα ποσά να υπερδιπλασιάζονται σε σχέση με την προηγούμενη χρήση και να ξεπερνούν τα 1,9 δισ. ευρώ.

Υπενθυμίζεται ότι οι τράπεζες είχαν επανέλθει σε διανομές από τα κέρδη του 2023, για πρώτη φορά μετά από 16 χρόνια, με συνολικό ποσό περίπου 875 εκατ. ευρώ, σηματοδοτώντας την οριστική εξομάλυνση του κλάδου μετά την πολυετή κρίση και τις αναδιαρθρώσεις.

Παράλληλα, η αγορά κατέγραψε και τις πρώτες πληρωμές ενδιάμεσων μερισμάτων για τη χρήση του 2026, εξέλιξη που ενισχύει τη σταθερότητα των ταμειακών ροών προς τους επενδυτές και βελτιώνει την ορατότητα των αποδόσεων καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους.

Η μέση μερισματική απόδοση της αγοράς διαμορφώθηκε στο 4,4%, επίπεδο υψηλότερο από την απόδοση του ελληνικού 10ετούς ομολόγου, η οποία κινείται κοντά στο 3,39%, ενώ παραμένει σχεδόν τριπλάσια από τις μέσες αποδόσεις των τραπεζικών προθεσμιακών καταθέσεων.

Σύμφωνα με τα ιστορικά στοιχεία της αγοράς, υψηλότερες μερισματικές αποδόσεις είχαν καταγραφεί το 2008 (7,1%), το 2011 (6,8%) και το 2009 (6,7%), ενώ τα τελευταία χρόνια η αγορά διατηρεί σταθερά ελκυστικές αποδόσεις, με 5,2% το 2023, 5,1% το 2022 και 3,8% το 2021.

Σε επίπεδο κερδοφορίας, η πορεία των εισηγμένων αποτυπώνει τη θεαματική ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας και των επιχειρήσεων μετά τη δεκαετία της κρίσης. Από ζημίες 7,4 δισ. ευρώ το 2011 και 6,6 δισ. ευρώ το 2012, οι εισηγμένες επέστρεψαν σταδιακά σε ισχυρή κερδοφορία, καταγράφοντας πλέον τέσσερις συνεχόμενες χρήσεις με καθαρά κέρδη άνω των 10 δισ. ευρώ.

Η ισχυρή κερδοφορία, οι αυξημένες διανομές και η σταθερή επιστροφή κεφαλαίου προς τους μετόχους λειτουργούν πλέον ως βασικοί πυλώνες ενίσχυσης της ελκυστικότητας της ελληνικής κεφαλαιαγοράς απέναντι στους διεθνείς θεσμικούς επενδυτές.




By browsing this website, you agree to our privacy policy.
I Agree