Η εικόνα που διαμορφώνεται παραπέμπει σε μια ευρωπαϊκή αγορά ακινήτων που συνεχίζει να ανακάμπτει, αλλά με διαφορετικές ταχύτητες ανά κατηγορία ακινήτων, καθώς οι επενδυτές αξιολογούν πλέον πιο επιλεκτικά τις προοπτικές κάθε τομέα.
Ειδικότερα, το πανευρωπαϊκό δείγμα της Altus Group κατέγραψε αύξηση 0,3% στις αξίες των εμπορικών ακινήτων το β’ τρίμηνο του 2026, έναντι αύξησης 0,6% το α’ τρίμηνο. Σε ετήσια βάση, οι αξίες παραμένουν 1,9% υψηλότερα.
Η συνέχιση της ανόδου των αξιών αποτελεί ένδειξη ότι η αγορά έχει περάσει σε φάση σταθεροποίησης μετά την περίοδο σημαντικών πιέσεων που προκάλεσαν η άνοδος των επιτοκίων και το αυξημένο κόστος χρηματοδότησης. Ωστόσο, η επιβράδυνση του ρυθμού ανατίμησης δείχνει ότι η ανάκαμψη δεν είναι ομοιόμορφη.
Το dataset του β’ τριμήνου του 2026 περιλαμβάνει πανευρωπαϊκά ανοικτού τύπου διαφοροποιημένα funds, με συνολικά υπό διαχείριση κεφάλαια περίπου 30 δισ. ευρώ.
Μεγαλύτερες διαφοροποιήσεις μεταξύ των κλάδων
Στο δεύτερο τρίμηνο, η πορεία των ευρωπαϊκών ακινήτων χαρακτηρίστηκε από αυξανόμενη διαφοροποίηση μεταξύ των επιμέρους κατηγοριών.
Οικιστικά: Ο οικιστικός τομέας αποτέλεσε για ακόμη ένα τρίμηνο την ισχυρότερη κατηγορία, με τις αξίες να αυξάνονται κατά 0,7% σε τριμηνιαία βάση. Αν και η αύξηση των ταμειακών ροών επιβραδύνθηκε σε σχέση με το α’ τρίμηνο, η συνεχιζόμενη άνοδος των ενοικίων στήριξε τις αποτιμήσεις. Σε ετήσια βάση, οι αξίες αυξήθηκαν κατά 3,3%, καταγράφοντας την υψηλότερη επίδοση μεταξύ των βασικών κατηγοριών ακινήτων.
Βιομηχανικά: Τα βιομηχανικά ακίνητα και τα logistics παρουσίασαν πιο περιορισμένη άνοδο, μόλις 0,1% στο β’ τρίμηνο. Η επιβράδυνση της αύξησης των ενοικίων οδήγησε σε χαμηλότερη αύξηση των ταμειακών ροών, από 1,1% το α’ τρίμηνο σε 0,3% το β’ τρίμηνο, με τη μικρή διεύρυνση των αποδόσεων να αντισταθμίζει μέρος της επίδρασης. Σε ετήσια βάση, οι αξίες αυξήθηκαν κατά 1,8%, έναντι 2,8% στην προηγούμενη δωδεκάμηνη περίοδο, γεγονός που καταδεικνύει την εξασθένηση της δυναμικής του κλάδου.
Γραφεία: Η αγορά γραφείων παρέμεινε η ασθενέστερη μεταξύ των βασικών κατηγοριών. Οι αξίες ουσιαστικά σταθεροποιήθηκαν στο β’ τρίμηνο, καθώς η περιορισμένη αύξηση των ταμειακών ροών και οι χαμηλότερες παραδοχές για κεφαλαιουχικές δαπάνες αντισταθμίστηκαν από περαιτέρω διεύρυνση των αποδόσεων. Σε ετήσια βάση, οι αξίες αυξήθηκαν μόλις 0,8%. Σημαντικό βάρος στην επίδοση του κλάδου έχει η Γερμανία, η οποία αποτελεί τη μοναδική αγορά του δείγματος όπου οι αξίες υποχώρησαν κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους.
Λιανεμπόριο: Τα εμπορικά ακίνητα κατέγραψαν άνοδο 0,5% στο β’ τρίμηνο, υψηλότερη από τον μέσο όρο της αγοράς. Σε αντίθεση με άλλους κλάδους, η άνοδος προήλθε κυρίως από παράγοντες που σχετίζονται με τις αποδόσεις και λιγότερο από την αύξηση των ταμειακών ροών. Ο κλάδος είναι επίσης ο μοναδικός που εμφάνισε συρρίκνωση των αποδόσεων κατά το τελευταίο έτος, συμβάλλοντας σε ετήσια αύξηση των αξιών κατά 2%. Ως αποτέλεσμα, το retail παραμένει υψηλότερα από τα βιομηχανικά και τα γραφεία στην κατάταξη των επιδόσεων.
Αλλα ακίνητα: Ξεχωριστή δυναμική παρουσιάζει η κατηγορία «άλλα», η οποία συνέχισε να υπεραποδίδει της συνολικής αγοράς. Οι αξίες αυξήθηκαν κατά 2% στο β’ τρίμηνο και κατά 6,5% σε ετήσια βάση. Η ισχυρή αύξηση των ενοικίων, σε συνδυασμό με τη διατηρούμενη επενδυτική ζήτηση, ιδιαίτερα για ακίνητα φοιτητικής στέγασης, έχει οδηγήσει τις επιδόσεις της συγκεκριμένης κατηγορίας, τόσο σε όρους αποδόσεων όσο και ταμειακών ροών, σε επίπεδα σημαντικά υψηλότερα από τον μέσο όρο του συνόλου των ακινήτων.
Παράλληλα, η σταδιακή αποκλιμάκωση των πιέσεων από το κόστος χρηματοδότησης λειτουργεί υποστηρικτικά για τις αποτιμήσεις, αν και η αγορά εξακολουθεί να βρίσκεται σε μεταβατικό στάδιο.
Σταθεροποίηση αλλά όχι ομοιόμορφη ανάκαμψη
Η εικόνα του β’ τριμήνου δείχνει ότι η ευρωπαϊκή αγορά ακινήτων συνεχίζει να κινείται προς την κατεύθυνση της σταθεροποίησης των αξιών, χωρίς όμως να έχει διαμορφωθεί μια ενιαία τάση για όλους τους κλάδους.
Η διαφορετική συμπεριφορά των επιμέρους τομέων αναμένεται να αποτελέσει βασικό χαρακτηριστικό της αγοράς και το επόμενο διάστημα, καθώς οι επενδυτές σταθμίζουν τη ζήτηση, τις αποδόσεις, το κόστος κεφαλαίου και τις μακροοικονομικές προοπτικές.
Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί ένα περιβάλλον όπου η ποιότητα των ακινήτων και η επιλογή του κατάλληλου κλάδου αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία για τις επενδυτικές αποφάσεις στην ευρωπαϊκή αγορά real estate.
