Η έκθεση υπογραμμίζει τη μεταβολή του επιχειρηματικού μοντέλου των εταιρειών ακινήτων, από την εξάρτηση κυρίως από τα έσοδα από μισθώσεις προς την επιδίωξη αύξησης της κεφαλαιακής αξίας των περιουσιακών στοιχείων. Κατά την ίδια περίοδο, η αξία των ακινήτων που κατείχαν τα εισηγμένα επενδυτικά κεφάλαια κατοικιών αυξήθηκε κατά σαράντα δύο φορές, ενώ τα έσοδα από μισθώσεις αυξήθηκαν κατά δεκαεννέα φορές, γεγονός που υποδηλώνει εντονότερη εξάρτηση από την άνοδο των αξιών των περιουσιακών στοιχείων.
Παράλληλα, οι ιδιοκτήτες οικιστικών ακινήτων έχουν ενσωματωθεί ολοένα περισσότερο στις χρηματοπιστωτικές αγορές μέσω της χρηματοδότησης με ίδια κεφάλαια και δανεισμό, καθιστώντας την πρόσβαση σε κεφάλαια και τη διαχείριση των ισολογισμών κεντρικούς παράγοντες στις επενδυτικές αποφάσεις.
Ωστόσο, η έκθεση επισημαίνει ότι το συγκεκριμένο μοντέλο έχει καταστεί πιο ευάλωτο μετά την αύξηση των επιτοκίων από το 2022 και έπειτα, η οποία έχει συμβάλει στη μείωση των αποτιμήσεων, στην αύξηση του κόστους χρηματοδότησης και στην απομόχλευση σε ολόκληρο τον κλάδο. Η αυξανόμενη αναλογία έντασης περιουσιακών στοιχείων (asset-intensity ratio) των εισηγμένων επενδυτικών κεφαλαίων κατοικιών —από 5,1 το 2004 σε 11,1 το 2024— καταδεικνύει ότι τα κεφάλαια κατέχουν πλέον σημαντικά περισσότερα περιουσιακά στοιχεία κατοικίας σε σχέση με τα έσοδα από μισθώσεις. Τα μη εισηγμένα επενδυτικά κεφάλαια κατοικιών εμφανίζουν ακόμη μεγαλύτερη εξάρτηση από την αύξηση των αποτιμήσεων, με την αναλογία έντασης περιουσιακών στοιχείων να ανέρχεται σε 17,0 το 2024.

Οι θεσμικές επενδύσεις έχουν εξελιχθεί σε βασικό παράγοντα της χρηματιστικοποίησης της κατοικίας στην ΕΕ, καθώς τα οικιστικά ακίνητα αντιμετωπίζονται ολοένα και περισσότερο ως χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία και επενδυτικά εργαλεία.
Η περίπτωση της Ελλάδας
Η έκθεση της Ειδικής Επιτροπής HOUS του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου παρουσιάζει την Ελλάδα ως μια ιδιαίτερη περίπτωση στο ευρωπαϊκό στεγαστικό τοπίο, όπου η επέκταση της χρηματιστικοποίησης της κατοικίας έχει ακολουθήσει μια σαφώς διαφορετική πορεία σε σχέση με εκείνη που παρατηρείται σε αρκετά κράτη-μέλη της Δυτικής και Βόρειας Ευρώπης. Σύμφωνα με την έκθεση, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ελληνικού στεγαστικού συστήματος —συμπεριλαμβανομένων των εξαιρετικά υψηλών ποσοστών ιδιοκατοίκησης, της κυριαρχίας της ιδιοκτησίας κατοικιών χωρίς στεγαστικό δανεισμό και του κατακερματισμένου χαρακτήρα της ιδιοκτησίας οικιστικών ακινήτων— έχουν περιορίσει σημαντικά τη μαζική διείσδυση θεσμικών επενδυτών στην κύρια αγορά κατοικίας. Τα διαρθρωτικά αυτά χαρακτηριστικά έχουν λειτουργήσει ως ένας βαθμός προστασίας έναντι των εκτεταμένων εξαγορών χαρτοφυλακίων ακινήτων που έχουν μετασχηματίσει τις στεγαστικές αγορές χωρών όπως η Γερμανία, η Ισπανία και η Ιρλανδία.
Η έκθεση επισημαίνει επίσης ότι η Ελλάδα διαθέτει μια συγκριτικά λιγότερο ανεπτυγμένη αγορά στεγαστικών δανείων. Παρότι η στεγαστική πίστη επεκτάθηκε σημαντικά κατά τη δεκαετία του 2000, ιδίως πριν από την κρίση δημόσιου χρέους, η διείσδυση των στεγαστικών δανείων παραμένει χαμηλότερη σε σχέση με πολλά άλλα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Παράλληλα, η Ελλάδα εισήγαγε νομοθετικό πλαίσιο για τη λειτουργία των Εταιρειών Επενδύσεων σε Ακίνητη Περιουσία (ΑΕΕΑΠ) το 1999, με μεταγενέστερες νομοθετικές επικαιροποιήσεις το 2025. Η έκθεση σημειώνει ότι το ελληνικό αντίστοιχο μοντέλο, δηλαδή οι ΑΕΕΑΠ, αντιπροσωπεύει μια σχετικά περιορισμένη αγορά, με συνολική κεφαλαιοποίηση που ανέρχεται περίπου στο 1,38% του εθνικού ΑΕΠ. Ως αποτέλεσμα, παρά την ύπαρξη θεσμικού πλαισίου για επενδύσεις, οι εισηγμένες εταιρείες ακινήτων δεν έχουν αποκτήσει σημαντική παρουσία στον οικιστικό τομέα.

Ο ρόλος της διαχείρισης των ΜΕΔ
Σε αντίθεση με άλλες χώρες που δημιούργησαν ειδικές «κακές τράπεζες» (bad banks) για την απορρόφηση προβληματικών περιουσιακών στοιχείων μετά τις παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές και κρίσεις δημόσιου χρέους, η Ελλάδα ακολούθησε διαφορετική πορεία. Η έκθεση εξηγεί ότι οι θεσμικοί επενδυτές εισήλθαν στην ελληνική αγορά κυρίως μέσω της εξαγοράς εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων και χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων που διαχειρίζονταν μεγάλα χαρτοφυλάκια μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ). Η στρατηγική αυτή αντανακλούσε τη σημαντική συσσώρευση προβληματικών στεγαστικών στοιχείων ενεργητικού μετά την παρατεταμένη οικονομική κρίση και επέτρεψε στα θεσμικά κεφάλαια να αποκτήσουν έμμεση πρόσβαση στις αγορές κατοικίας.
Ωστόσο, υπογραμμίζεται ότι οι κατακερματισμένες δομές ιδιοκτησίας και η περιορισμένη διαθεσιμότητα μεγάλων οικιστικών χαρτοφυλακίων έχουν περιορίσει τις δυνατότητες μαζικών εξαγορών. Ως αποτέλεσμα, οι θεσμικοί επενδυτές έχουν επικεντρώσει τις δραστηριότητές τους σε πιο εξειδικευμένα τμήματα της αγοράς, όπως οι βραχυχρόνιες μισθώσεις, η φοιτητική στέγαση και οι κατοικίες που συνδέονται με τον τουρισμό, ιδίως σε μεγάλα αστικά κέντρα όπως η Θεσσαλονίκη.

Η έκθεση αναγνωρίζει τη ραγδαία ανάπτυξη του τουρισμού και των πλατφορμών βραχυχρόνιας μίσθωσης, ιδιαίτερα της Airbnb, ως έναν από τους βασικούς παράγοντες που ενισχύουν τη χρηματιστικοποίηση της κατοικίας στην Ελλάδα.
Όσον αφορά τις ευρύτερες δυναμικές της αγοράς, η έκθεση καταλήγει ότι η έκταση της χρηματιστικοποίησης στην Ελλάδα παραμένει συγκριτικά περιορισμένη. Τα κατακερματισμένα πρότυπα ιδιοκτησίας και η σχετικά περιορισμένη αγορά στεγαστικών δανείων έχουν επιβραδύνει την επέκταση των θεσμικών επενδύσεων στην κύρια αγορά κατοικίας. Παρ’ όλα αυτά, η χρηματιστικοποίηση έχει εκδηλωθεί μέσω εξειδικευμένων επενδυτικών στρατηγικών και της διαχείρισης προβληματικών περιουσιακών στοιχείων.
Επιπτώσεις στην Προσιτότητα της Κατοικίας και στη Δυναμική της Αγοράς
Σύμφωνα με την έκθεση της Ειδικής Επιτροπής HOUS του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, η συνολική κλίμακα της θεσμικής κερδοσκοπικής δραστηριότητας στην κύρια αγορά κατοικίας της Ελλάδας παραμένει σχετικά περιορισμένη. Αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην κατακερματισμένη δομή ιδιοκτησίας και στην περιορισμένη διαθεσιμότητα μεγάλων οικιστικών χαρτοφυλακίων κατάλληλων για θεσμικές επενδύσεις. Ωστόσο, η έκθεση επισημαίνει μια σταδιακή αύξηση της δραστηριότητας θεσμικών επενδυτών σε συγκεκριμένες εξειδικευμένες αγορές, ιδίως σε εκείνες που συνδέονται με τον τουρισμό, τις βραχυχρόνιες μισθώσεις και τη φοιτητική στέγαση.
Ενδείξεις αύξησης των τιμών ενοικίασης και εντεινόμενων πιέσεων στην προσιτότητα
Η έκθεση αναφέρει περαιτέρω ότι, όπου δραστηριοποιούνται θεσμικοί επενδυτές, υπάρχουν ενδείξεις αύξησης των τιμών ενοικίασης και εντεινόμενων πιέσεων στην προσιτότητα της κατοικίας, ιδιαίτερα στα αστικά κέντρα και στις περιοχές με έντονη τουριστική δραστηριότητα. Οι επιπτώσεις αυτές είναι περισσότερο εμφανείς στις τοπικές αγορές κατοικίας όπου έχει ενταθεί ο ανταγωνισμός μεταξύ της οικιστικής χρήσης και των επενδύσεων που σχετίζονται με τον τουρισμό.
Η έκθεση εντοπίζει κοινά χαρακτηριστικά με γειτονικές χώρες, όπως τα υψηλά επίπεδα ιδιοκατοίκησης, οι συγκριτικά αδύναμες αγορές στεγαστικών δανείων και η συγκέντρωση της χρηματιστικοποίησης σε εξειδικευμένους τομείς, όπως ο τουρισμός, οι βραχυχρόνιες μισθώσεις και η φοιτητική στέγαση. Παράλληλα, επισημαίνει ότι η Ελλάδα διαθέτει ένα από τα ασθενέστερα ρυθμιστικά πλαίσια για την αγορά ενοικίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αν και το συγκεκριμένο ρυθμιστικό περιβάλλον μπορεί να διευκολύνει ορισμένες κερδοσκοπικές πρακτικές σε επιμέρους τμήματα της αγοράς, δεν έχει δημιουργήσει συνθήκες που να ευνοούν τη μαζική επέκταση των θεσμικών επενδύσεων στην κατοικία.
Συνολικά, η έκθεση καταλήγει ότι η Ελλάδα αποτελεί περίπτωση οριακής αλλά σταδιακά εντεινόμενης χρηματιστικοποίησης της κατοικίας, όπου οι θεσμικοί επενδυτές έχουν εισέλθει στην αγορά κυρίως μέσω της απόκτησης μη εξυπηρετούμενων δανείων και εξειδικευμένων επενδυτικών στρατηγικών, και όχι μέσω μαζικών αγορών οικιστικών χαρτοφυλακίων.
