Σύμφωνα με την έκθεση One Real Estate Universe της EPRA και της INREV, o δείκτης μόχλευσης (gearing) της INREV, ο οποίος μετρά τη δανειακή επιβάρυνση στα μη εισηγμένα επενδυτικά κεφάλαια ακινήτων, κορυφώθηκε στο 39,8% το 2009 και διαμορφώθηκε στο 24,6% στο τέλος του 2025. Αντίστοιχα, ο δείκτης δανειακής επιβάρυνσης (loan-to-value – LTV) της EPRA για τις εισηγμένες εταιρείες ακινήτων μειώθηκε από 44,0% το 2010 σε 38,7%. Παρότι οι δύο δείκτες δεν είναι άμεσα συγκρίσιμοι λόγω διαφορετικής μεθοδολογίας, καταγράφουν την ίδια τάση: οι ισολογισμοί του ευρωπαϊκού real estate είναι πλέον σημαντικά λιγότερο μοχλευμένοι σε σχέση με την κορύφωση του προηγούμενου κύκλου.
Ο δείκτης gearing της INREV υπολογίζεται ως ο συνολικός δανεισμός των συμμετεχόντων κεφαλαίων προς τη συνολική μικτή αξία ενεργητικού (GAV), ενώ ο δείκτης LTV της EPRA αποτυπώνει τη μόχλευση από την πλευρά των μετόχων εισηγμένων εταιρειών, λαμβάνοντας υπόψη χρέος, διαθέσιμα, υβριδικά μέσα και κοινοπραξίες. Οι διαφορές αυτές δεν υποδηλώνουν ότι μία κατηγορία ακινήτων είναι εγγενώς περισσότερο ή λιγότερο μοχλευμένη, αλλά επιβεβαιώνουν τη συνολική διαδικασία απομόχλευσης του κλάδου.

Διαρθρωτική αλλαγή μετά την Παγκόσμια Χρηματοπιστωτική Κρίση
Πριν από την GFC, η μόχλευση στην ευρωπαϊκή αγορά ακινήτων αυξανόταν σταθερά, υποστηριζόμενη από άφθονη τραπεζική ρευστότητα, έντονο ανταγωνισμό μεταξύ δανειστών, την ανάπτυξη των αγορών CMBS και την επέκταση στρατηγικών value-added και opportunistic επενδύσεων.
Στο σύμπαν της INREV, η μέση μόχλευση αυξήθηκε από 8,4% της GAV το 2000 σε περίπου 30% στο τέλος του 2007, πριν ενισχυθεί περαιτέρω λόγω της πτώσης των αξιών των ακινήτων και κορυφωθεί στο 39,8% το τρίτο τρίμηνο του 2009.
Η κρίση ανέδειξε τους κινδύνους των υψηλών επιπέδων χρέους. Η πτώση των αποτιμήσεων αύξησε τους δείκτες μόχλευσης, οι συνθήκες αναχρηματοδότησης επιδεινώθηκαν και τα περιθώρια κάλυψης δανειακών όρων περιορίστηκαν. Τα μη εισηγμένα κεφάλαια επικεντρώθηκαν στη διαχείριση ρευστότητας και λήξεων χρέους, ενώ οι εισηγμένες εταιρείες προχώρησαν σε αυξήσεις κεφαλαίου, πωλήσεις περιουσιακών στοιχείων και μείωση δανεισμού.
Η μείωση της μόχλευσης που ακολούθησε δεν ήταν προσωρινή, αλλά αποτελεί διαρθρωτική αλλαγή. Οι τραπεζικές μεταρρυθμίσεις αύξησαν την πειθαρχία στη χορήγηση δανείων, ενώ η AIFMD ενίσχυσε τις απαιτήσεις αναφοράς και διαχείρισης κινδύνων για τα εναλλακτικά επενδυτικά κεφάλαια. Παράλληλα, το Solvency II ενίσχυσε την προτίμηση των ασφαλιστικών εταιρειών για πιο διαφανείς και χαμηλότερου κινδύνου επενδύσεις.
Στις εισηγμένες αγορές, η αυξημένη χρήση ομολογιακής χρηματοδότησης, η σημασία των επενδυτικών βαθμίδων αξιολόγησης και οι αυξημένες απαιτήσεις διαφάνειας της EPRA κατέστησαν τη χαμηλότερη μόχλευση βασικό χαρακτηριστικό της χρηματοοικονομικής διαχείρισης.
Η δοκιμασία των επιτοκίων 2022–2024
Η απότομη αύξηση των επιτοκίων την περίοδο 2022–2024 αποτέλεσε τη μεγαλύτερη πρόκληση για την ευρωπαϊκή αγορά ακινήτων μετά την GFC. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αύξησε το βασικό επιτόκιο αναχρηματοδότησης από 0% σε 4,5%, προκαλώντας σημαντική αναπροσαρμογή των αξιών και αύξηση του κόστους χρηματοδότησης.
Ωστόσο, η επίδραση στη μόχλευση παρέμεινε περιορισμένη. Η αύξηση των δεικτών LTV προήλθε κυρίως από τη μείωση των αξιών των ακινήτων και όχι από σημαντική αύξηση του χρέους. Ο δείκτης gearing της INREV αυξήθηκε από 22,1% στα μέσα του 2022 σε 26,2% στο τέλος του 2024, ενώ ο δείκτης LTV της EPRA από 35,9% σε 39,0%. Μέχρι το τέλος του 2025, οι δείκτες είχαν σταθεροποιηθεί εκ νέου.
Οι πιέσεις στο κόστος εξυπηρέτησης χρέους ήταν επίσης ελεγχόμενες. Σύμφωνα με την EPRA, παρά την αύξηση επιτοκίων άνω των 400 μονάδων βάσης το 2022–2023, το μέσο κόστος δανεισμού των εταιρειών FTSE EPRA Nareit Developed Europe αυξήθηκε κατά μόλις 91 μονάδες βάσης, λόγω μεγαλύτερης διάρκειας δανείων, σταθερών επιτοκίων και στρατηγικών αντιστάθμισης κινδύνου.

Η ποιότητα της μόχλευσης στο επίκεντρο
Παρά τη συνολική αποκλιμάκωση, οι διαφορές μεταξύ των κλάδων παραμένουν σημαντικές. Η μόχλευση κυμαίνεται από τα υψηλά επίπεδα της δεκαετίας του 10% έως σχεδόν 50%, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά των ακινήτων, τη σταθερότητα εισοδήματος, τη ρευστότητα και τη χρηματοδοτική δομή.
Οι μεγαλύτερες μειώσεις καταγράφηκαν στους κλάδους που είχαν υψηλότερα επίπεδα χρέους, όπως τα βιομηχανικά/logistics ακίνητα και ο οικιστικός. Εξαίρεση αποτελεί το εισηγμένος κλάδος επαγγελματικών ακινήτων στο λιανεμπόριο, όπου οι πιέσεις στις αποτιμήσεις διατήρησαν τον δείκτη LTV σε υψηλότερα επίπεδα.
Στον νέο κύκλο, η αξιολόγηση του κινδύνου δεν θα βασίζεται μόνο στο ύψος της μόχλευσης, αλλά κυρίως στην ποιότητά της: πού βρίσκεται το χρέος, πότε λήγει, ποια εισοδήματα το υποστηρίζουν και πόσο ρευστά είναι τα περιουσιακά στοιχεία σε περιόδους πίεσης.
Η μείωση της μόχλευσης μετά την GFC αποτελεί πλέον μόνιμο χαρακτηριστικό της ευρωπαϊκής αγοράς ακινήτων, καθιστώντας λιγότερο πιθανή την επιστροφή στα επίπεδα δανεισμού του προηγούμενου κύκλου ακόμη και αν βελτιωθούν οι χρηματοδοτικές συνθήκες.

