06 Ιούλ 2026

  • RE+D Magazine

Υπόμνημα προς την Κοινοβουλευτική Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος απέστειλε ο Πανελλήνιος Σύλλογος Ιδιοκτητών Διατηρητέων Κτιρίων και Μνημείων, μέλος της ΠΟΜΙΔΑ, ζητώντας να μην τροποποιηθούν οι διατάξεις των άρθρων 17 και 24 του Συντάγματος που αφορούν την προστασία της ιδιοκτησίας και των διατηρητέων κτιρίων. Ο Σύλλογος εκφράζει ιδιαίτερη ανησυχία για την προτεινόμενη συνταγματική πρόβλεψη περί αξιοποίησης «εγκαταλελειμμένων κτιρίων για κοινωνικούς σκοπούς», υποστηρίζοντας ότι ενδέχεται να δημιουργήσει κινδύνους για τα διατηρητέα ακίνητα. Παράλληλα, επισημαίνει ότι παραμένουν ανεκπλήρωτες βασικές υποχρεώσεις της Πολιτείας για τη στήριξη και αποζημίωση των ιδιοκτητών διατηρητέων.

Το πλήρες κείμενο του υπομνήματος του Συλλόγου έχει ως εξής:

Υ Π Ο Μ Ν Η Μ Α
ΤOY ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΙΔΙΟΚΤΗΤΩΝ ΔΙΑΤΗΡΗΤΕΩΝ ΚΤΗΡΙΩΝ ΚΑΙ ΜΝΗΜΕΙΩΝ,

Προς τον Πρόεδρο και τα μέλη της Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος

Επί της προτεινόμενης αναθεώρησης του άρθρου 17 του Συντάγματος και ιδίως επί της πρόβλεψης περί «αξιοποίησης εγκαταλελειμμένων κτηρίων για κοινωνικούς σκοπούς».

Αξιότιμε κε Πρόεδρε, κυρίες, κύριοι βουλευτές,

Ο Πανελλήνιος Σύλλογος Ιδιοκτητών Διατηρητέων Κτηρίων και Μνημείων, εκπροσωπώντας ιδιοκτήτες διατηρητέων κτηρίων και μνημείων από όλη τη χώρα, παρεμβαίνει στην διαβούλευση για την επικείμενη αναθεώρηση του άρθρου 17 του Συντάγματος και ιδίως επί της πρόβλεψης περί «αξιοποίησης εγκαταλελειμμένων κτηρίων για κοινωνικούς σκοπούς».
Ο Σύλλογός μας αντιμετωπίζει θετικά κάθε προσπάθεια εκσυγχρονισμού της συνταγματικής προστασίας της ιδιοκτησίας. Ιδιαίτερη όμως ανησυχία προκαλεί η εισαγωγή της έννοιας των «εγκαταλελειμμένων κτηρίων», η οποία, εάν παραμείνει αόριστη, ενέχει σοβαρούς κινδύνους τόσο για την προστασία της ιδιοκτησίας κατά το άρθρο 17 του Συντάγματος όσο και για την προστασία του πολιτιστικού περιβάλλοντος κατά το άρθρο 24, με άμεση συνέπεια τη διακινδύνευση των διατηρητέων κτηρίων και μνημείων.
Η προτεινόμενη αναθεώρηση του άρθρου 17 του Συντάγματος, στο μέτρο που εισάγει τη δυνατότητα αξιοποίησης «εγκαταλελειμμένων κτηρίων για κοινωνικούς σκοπούς», συνιστά ρύθμιση με έντονο συνταγματικό φορτίο, η οποία δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως απλή τεχνική προσαρμογή αλλά ως ουσιώδης μεταβολή του πεδίου προστασίας της ιδιοκτησίας κατά το άρθρο 17 Σ, σε άμεση συνάρτηση με το άρθρο 25 παρ. 1 Σ και το άρθρο 24 Σ.
Η εισαγωγή της έννοιας των «εγκαταλελειμμένων κτηρίων» σε συνταγματικό επίπεδο, χωρίς ταυτόχρονο καθορισμό αυστηρών, αντικειμενικών και περιοριστικά ερμηνευόμενων προϋποθέσεων, δημιουργεί κανονιστική ασάφεια αντίθετη προς την αρχή της ασφάλειας δικαίου του άρθρου 25 παρ. 1 Σ. Η ασάφεια αυτή δεν είναι ουδέτερη, αλλά επιτρέπει στον κοινό νομοθέτη και στη Διοίκηση να προσδίδουν κατά περίπτωση περιεχόμενο σε μια έννοια που αποκτά πλέον συνταγματικό έρεισμα, με αποτέλεσμα τη δυνητική διεύρυνση των επεμβάσεων στην ιδιοκτησία πέραν των ορίων του άρθρου 17 Σ.
Η συνταγματική αυτή αοριστία αποκτά ιδιαίτερη ένταση όταν συσχετίζεται με το άρθρο 24 Σ, το οποίο θεσπίζει ειδικό καθεστώς προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς και των διατηρητέων κτηρίων. Τα διατηρητέα και τα μνημεία δεν αποτελούν απλώς ακίνητα υπό περιορισμούς, αλλά εντάσσονται σε ιδιαίτερο δημόσιο προστατευτικό καθεστώς, στο οποίο η Πολιτεία φέρει την πρωτογενή υποχρέωση διαφύλαξης και συντήρησης. Η ενδεχόμενη υπαγωγή τους στην έννοια των «εγκαταλελειμμένων κτηρίων» οδηγεί σε δογματική σύγχυση μεταξύ του άρθρου 17 Σ και του άρθρου 24 Σ, καθώς μετατρέπει μια κρατική υποχρέωση προστασίας σε δυνητικό μηχανισμό περαιτέρω επέμβασης στην ιδιοκτησία.
Η σύγχυση αυτή δεν είναι θεωρητική αλλά πρακτικά αναπόφευκτη, δεδομένου ότι σημαντικός αριθμός διατηρητέων κτηρίων εμφανίζει εικόνα φθοράς ή μη αξιοποίησης, η οποία όμως δεν οφείλεται σε εγκατάλειψη εκ μέρους των ιδιοκτητών, αλλά στο ίδιο το ρυθμιστικό πλαίσιο της Πολιτείας και στους περιορισμούς που αυτό έχει θεσπίσει. Συγκεκριμένα, η απαγόρευση κατεδάφισης ή ουσιώδους μεταβολής, η υποχρέωση προηγούμενων εγκρίσεων από πολλαπλά διοικητικά όργανα, οι εξαιρετικά αυξημένες τεχνικές και οικονομικές απαιτήσεις αποκατάστασης και η έλλειψη επαρκών και σταθερών μηχανισμών χρηματοδότησης διαμορφώνουν ένα καθεστώς το οποίο καθιστά συχνά αντικειμενικά δυσχερή ή οικονομικά ανέφικτη την αξιοποίηση των ακινήτων αυτών. Υπό τις συνθήκες αυτές, η έννοια της εγκατάλειψης δεν μπορεί να αποσυνδέεται από τα θεσμικά της αίτια χωρίς παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας του άρθρου 25 παρ. 1 Σ.
Η αναγνώριση, συνεπώς, δυνατότητας αξιοποίησης «εγκαταλελειμμένων κτηρίων» χωρίς ρητή εξαίρεση των διατηρητέων και των μνημείων δημιουργεί τον κίνδυνο η Πολιτεία να αντλεί νέο έρεισμα επέμβασης από μια κατάσταση την οποία η ίδια έχει συμβάλει καθοριστικά να διαμορφώσει μέσω των περιορισμών του άρθρου 24 Σ. Μια τέτοια προσέγγιση προσκρούει στην αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 παρ. 1 Σ, αλλά και στην αρχή της συνεκτικότητας της κρατικής δράσης, καθώς το κράτος δεν μπορεί να αντλεί έννομες συνέπειες εις βάρος του ιδιοκτήτη από καταστάσεις που προκύπτουν από δικές του ρυθμιστικές επιλογές.
Περαιτέρω, η αόριστη συνταγματική εξουσιοδότηση για αξιοποίηση εγκαταλελειμμένων κτηρίων ενδέχεται να οδηγήσει σε σωρευτικές και εντεινόμενες επεμβάσεις στην ιδιοκτησία, ιδίως σε περιπτώσεις όπου έχουν ήδη εκδοθεί πράξεις χαρακτηρισμού επικινδύνως ετοιμόρροπων κτηρίων. Η κατάσταση αυτή καθιστά κρίσιμη τη στάθμιση υπό το άρθρο 25 παρ. 1 Σ, καθώς η σωρευτική επιβάρυνση χωρίς επαρκή αντιστάθμιση ή αποζημιωτικό μηχανισμό μπορεί να οδηγήσει σε de facto αποδυνάμωση του πυρήνα του δικαιώματος ιδιοκτησίας του άρθρου 17 Σ.
Υπό το πρίσμα αυτό, η προτεινόμενη ρύθμιση δεν πληροί τις απαιτήσεις συνταγματικής σαφήνειας και προβλεψιμότητας που απορρέουν από το άρθρο 25 παρ. 1 Σ, ούτε διασφαλίζει τη συστηματική συνοχή μεταξύ των άρθρων 17 και 24 Σ. Αντιθέτως, εισάγει πεδίο κανονιστικής αβεβαιότητας, στο οποίο η έννοια της εγκατάλειψης δύναται να λειτουργήσει ως εργαλείο επέκτασης της κρατικής παρέμβασης στην ιδιοκτησία χωρίς επαρκείς συνταγματικές εγγυήσεις.
Κατά συνέπεια, εφόσον η Βουλή επιμείνει στη συνταγματική κατοχύρωση της δυνατότητας αξιοποίησης εγκαταλελειμμένων κτηρίων, είναι απολύτως αναγκαίο να ενσωματωθεί ρητή συνταγματική εξαίρεση των διατηρητέων κτηρίων, των μνημείων και εν γένει των ακινήτων που υπάγονται στο άρθρο 24 Σ, ανεξαρτήτως της πραγματικής τους κατάστασης ή τυχόν διοικητικών χαρακτηρισμών επικινδυνότητας, ώστε να αποκλειστεί κάθε δυνατότητα έμμεσης εξομοίωσης ετερογενών συνταγματικών καθεστώτων.
Η παρούσα αναθεωρητική πρωτοβουλία οφείλει να κινηθεί εντός των ορίων της συνταγματικής συνοχής και όχι να δημιουργήσει αόριστες επεμβατικές ρήτρες που θα επιτρέπουν διασταλτικές εφαρμογές εις βάρος της ιδιοκτησίας. Η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς του άρθρου 24 Σ δεν μπορεί να λειτουργεί ως μηχανισμός αποδυνάμωσης του άρθρου 17 Σ, όπως ακριβώς και η προστασία της ιδιοκτησίας δεν μπορεί να αποσυνδέεται από τις εγγυήσεις του άρθρου 25 παρ. 1 Σ.
Παράλληλα, η ουσιαστική αντιμετώπιση του ζητήματος των διατηρητέων δεν επιτυγχάνεται μέσω επέκτασης επεμβατικών εργαλείων, αλλά μέσω ενίσχυσης των μηχανισμών υποστήριξης της διατήρησης, όπως η αποτελεσματική λειτουργία της μεταφοράς συντελεστή δόμησης, τα φορολογικά κίνητρα, τα σταθερά προγράμματα επιχορήγησης αποκατάστασης και η επιτάχυνση των διοικητικών εγκρίσεων.

Για τον λόγο αυτό θεωρούμε απολύτως αναγκαίο να μην τροποποιηθεί το άρθρο 17 του Συντάγματος.

Εφόσον, όμως, διατηρηθεί η νέα πρόβλεψη στο άρθρο 17, να προβλεφθούν ρητές συνταγματικές εγγυήσεις.
Ειδικότερα:
α) να ορισθεί με αντικειμενικά και αυστηρά κριτήρια η έννοια του εγκαταλελειμμένου κτηρίου,
β) να απαιτείται ειδικώς αιτιολογημένη διοικητική κρίση, μετά από προηγούμενη ακρόαση του ιδιοκτήτη,
γ) να διασφαλίζεται πλήρης δικαστικός έλεγχος κάθε σχετικής πράξης,
δ) να προβλεφθεί ρητώς ότι δεν υπάγονται στην έννοια των εγκαταλελειμμένων κτηρίων τα διατηρητέα κτήρια, τα μνημεία και γενικότερα τα ακίνητα που υπάγονται στο προστατευτικό πεδίο του άρθρου 24.
Παράλληλα, η συνταγματική αναθεώρηση θα ήταν περισσότερο συνεπής προς τις επιταγές των άρθρων 17 και 24 εάν, αντί της δημιουργίας νέων επεμβατικών μηχανισμών, ενίσχυε θεσμούς που επιτρέπουν την πραγματική διάσωση των διατηρητέων: την αποτελεσματική λειτουργία της μεταφοράς συντελεστή δόμησης, τη χορήγηση φορολογικών κινήτρων, τη δημιουργία σταθερών προγραμμάτων επιχορήγησης εργασιών αποκατάστασης και την επιτάχυνση των διοικητικών εγκρίσεων.
Η αναθεώρηση του άρθρου 17 θα πρέπει να αποτελέσει ευκαιρία ενίσχυσης της συνταγματικής ισορροπίας μεταξύ δημοσίου συμφέροντος και ατομικών δικαιωμάτων, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα οδηγήσει σε εξομοίωση των διατηρητέων με τα εγκαταλελειμμένα ακίνητα ούτε σε δημιουργία αόριστων επεμβατικών ρητρών αντίθετων προς το άρθρο 17 και το άρθρο 24 Σ.
Εάν θεωρηθεί αναπόφευκτη η τροποποίηση του άρθρου 17, προτείνουμε, εκτός των ανωτέρω προϋποθέσεων, να προστεθεί στη σχετική διάταξη του άρθρου 17 η ακόλουθη πρόβλεψη:
«Η αξιοποίηση πραγματικά εγκαταλελειμμένων κτηρίων για λόγους δημόσιας ασφάλειας, προστασίας του οικιστικού περιβάλλοντος ή εξυπηρέτησης σοβαρού κοινωνικού σκοπού επιτρέπεται μόνο υπό τις προϋποθέσεις που ορίζει ο νόμος, κατόπιν αντικειμενικής και ειδικώς αιτιολογημένης διαπίστωσης της εγκατάλειψης. Η παρούσα διάταξη δεν εφαρμόζεται σε διατηρητέα κτήρια, μνημεία και εν γένει ακίνητα που υπάγονται στο ειδικό καθεστώς προστασίας του άρθρου 24 του Συντάγματος, ακόμα και αν αυτά έχουν χαρακτηρισθεί ως επικινδύνως ετοιμόρροπα ή έχει εκδοθεί η πρωτόκολλο επικινδύνου οικοδομής.»
Η προτεινόμενη εξαίρεση δεν αποσκοπεί στη δημιουργία προνομιακής μεταχείρισης των ιδιοκτητών διατηρητέων. Αντιθέτως, αποσκοπεί στη διατήρηση της συνταγματικής συνοχής μεταξύ των άρθρων 17 και 24 και στην αποτροπή του παράδοξου η ίδια η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς να μετατραπεί σε λόγο περαιτέρω αποδυνάμωσης της προστασίας της ιδιοκτησίας.
Η αναθεώρηση του άρθρου 17 αποτελεί ευκαιρία να ενισχυθεί η προστασία της ιδιοκτησίας και ταυτόχρονα να επιβεβαιωθεί ότι η διατήρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς αποτελεί ευθύνη της Πολιτείας και ολόκληρης της κοινωνίας και όχι αποκλειστικά των ιδιοκτητών των διατηρητέων και όχι να δημιουργηθεί μία, τελικά, αόριστη διάταξη, η οποία θα συγκρούεται ευθέως με το άρθρο 24 του Συντάγματος.
Θα αποτελέσει σημαντική ευκαιρία για την ενίσχυση της προστασίας της ιδιοκτησίας και τη διαμόρφωση μιας σύγχρονης ισορροπίας μεταξύ του δημοσίου συμφέροντος και των ατομικών δικαιωμάτων. Δεν θα πρέπει όμως να οδηγήσει, έστω και ακούσια, στην εξομοίωση των διατηρητέων κτηρίων με τα πραγματικά εγκαταλελειμμένα ακίνητα ούτε να δημιουργήσει τον κίνδυνο η ίδια η συνταγματική προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς να μετατραπεί σε λόγο περαιτέρω περιορισμού της ιδιοκτησίας.
Η διατήρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς αποτελεί συνταγματική υποχρέωση της Πολιτείας και συλλογική ευθύνη της κοινωνίας. Οι ιδιοκτήτες των διατηρητέων δεν μπορεί να μετατρέπονται, εξαιτίας ακριβώς αυτής της υποχρέωσης, σε αποδέκτες διαρκώς αυξανόμενων περιορισμών χωρίς αντίστοιχη κρατική συνδρομή και χωρίς τις εγγυήσεις που επιβάλλει το κράτος δικαίου.
Για τους λόγους αυτούς, ζητούμε να μην αναθεωρηθεί η διάταξη του άρθρου 17, ή, όλως επικουρικά, να αναδιατυπωθεί κατά τρόπο που να αποκλείει οποιαδήποτε ταύτιση των διατηρητέων κτηρίων και μνημείων με τα εγκαταλελειμμένα ακίνητα και να διασφαλίζει ότι η συνταγματική προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς δεν θα αποτελέσει αφορμή για νέα επέμβαση στην ιδιοκτησία των πολιτών αλλά κίνητρο για την ουσιαστική στήριξη όσων διαφυλάσσουν ένα ανεκτίμητο τμήμα της εθνικής μας κληρονομιάς.

Στη διάθεσή σας για κάθε διευκρίνιση και συνεργασία!
Για τον Πανελλήνιο Σύλλογο Ιδιοκτητών Διατηρητέων Κτηρίων και Μνημείων
Η Πρόεδρος
Γιώτα Βρεττάκου-Μιχαλοπούλου
Αρχιτέκτων -Μηχανικός




By browsing this website, you agree to our privacy policy.
I Agree