Η νέα προσέγγιση επιχειρεί να προσαρμόσει την ένταση της εποπτείας στο μέγεθος και την πολυπλοκότητα κάθε τράπεζας, χωρίς να μεταβάλλονται τα βασικά πρότυπα ασφάλειας και ανθεκτικότητας του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος.
Όπως επισημαίνει ο Frank Elderson, μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΕΚΤ και αντιπρόεδρος του Εποπτικού Συμβουλίου, στο επίκεντρο της προτεινόμενης αλλαγής βρίσκεται η διεύρυνση της ίδιας της κατηγορίας των SNCIs.
Στα €10 δισ. το όριο για τις μικρές τράπεζες
Σήμερα, το όριο ενεργητικού για την ένταξη μιας τράπεζας στην κατηγορία των μικρών και μη σύνθετων ιδρυμάτων ανέρχεται στα €5 δισ.. Με τη νέα προσέγγιση, το όριο θα μπορούσε να αυξηθεί έως τα €10 δισ., εφόσον οι εθνικές αρμόδιες αρχές κρίνουν ότι κάτι τέτοιο ανταποκρίνεται στα χαρακτηριστικά και τις συνθήκες της αντίστοιχης αγοράς.
Η αλλαγή θα μπορούσε να οδηγήσει στην ένταξη περίπου 150 επιπλέον τραπεζών στο καθεστώς των SNCIs. Ως αποτέλεσμα, το ποσοστό των λιγότερο σημαντικών τραπεζικών ιδρυμάτων που καλύπτονται από το ειδικό καθεστώς θα μπορούσε να φτάσει έως και το 85%.
Η εξέλιξη αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τις τράπεζες που βρίσκονται σήμερα κοντά στο όριο των €5 δισ., καθώς θα μπορούσαν να επωφεληθούν από ένα σαφώς πιο αναλογικό πλαίσιο εποπτείας χωρίς να απαιτείται αλλαγή στη βασική αρχιτεκτονική της τραπεζικής εποπτείας.
Πιο αραιοί οι εποπτικοί έλεγχοι
Η αλλαγή δεν περιορίζεται στην τυπική διεύρυνση της κατηγορίας των SNCIs. Για τις τράπεζες που θα ενταχθούν στο διευρυμένο πλαίσιο προβλέπεται μείωση της συχνότητας και της έντασης των εποπτικών διαδικασιών.
Συγκεκριμένα, η διαδικασία SREP (Supervisory Review and Evaluation Process), μέσω της οποίας οι εποπτικές αρχές αξιολογούν τη χρηματοοικονομική κατάσταση, τους κινδύνους και την επάρκεια μιας τράπεζας, θα μπορούσε για ορισμένα ιδρύματα να πραγματοποιείται ανά δύο ή ακόμη και τρία χρόνια, αντί για συχνότερους κύκλους αξιολόγησης.
Πρόκειται για μια αλλαγή που μπορεί να μειώσει σημαντικά τον χρόνο και τους πόρους που απαιτούνται από τις μικρότερες τράπεζες για την προετοιμασία και τη διεκπεραίωση των εποπτικών διαδικασιών.
Αλλαγές και στα stress tests
Αναθεώρηση προβλέπεται και στον τρόπο με τον οποίο διενεργούνται τα stress tests. Η ΕΚΤ προτείνει η σημερινή διαδικασία bottom-up, κατά την οποία οι ίδιες οι τράπεζες συμμετέχουν αναλυτικά στην παραγωγή των αποτελεσμάτων, να εφαρμόζεται επιλεκτικά.
Παράλληλα, θα δοθεί μεγαλύτερος ρόλος σε κεντρικές top-down ασκήσεις, οι οποίες πραγματοποιούνται με βάση ενιαίες παραδοχές και υπολογισμούς από τις εποπτικές αρχές.
Με τον τρόπο αυτό, εκτιμάται ότι μπορεί να περιοριστεί ο λειτουργικός φόρτος για τις μικρότερες τράπεζες, χωρίς να εγκαταλείπεται η αξιολόγηση της ανθεκτικότητάς τους απέναντι σε δυσμενή οικονομικά σενάρια.
Από 13.500 σε 700 τα σημεία δεδομένων
Ακόμη πιο δραστική είναι η προτεινόμενη αλλαγή στο reporting, δηλαδή στην υποχρεωτική υποβολή στοιχείων προς τις εποπτικές αρχές. Σύμφωνα με την προτεινόμενη αναθεώρηση, τα απαιτούμενα σημεία δεδομένων για τις μικρές τράπεζες θα μπορούσαν να περιοριστούν από περίπου 13.500 σε μόλις 700.
Η μείωση αυτή αντιστοιχεί σε δραστικό περιορισμό του όγκου των στοιχείων που καλούνται να συλλέγουν, επεξεργάζονται και υποβάλλουν οι μικρότερες τράπεζες. Το όφελος αναμένεται να είναι ιδιαίτερα σημαντικό για τα μικρότερα πιστωτικά ιδρύματα, τα οποία διαθέτουν σαφώς μικρότερες ομάδες ανθρώπινου δυναμικού και περιορισμένες τεχνολογικές υποδομές σε σχέση με τους μεγάλους τραπεζικούς ομίλους.
Παράλληλα, η μείωση των υποχρεώσεων reporting θα μπορούσε να περιορίσει το κόστος συμμόρφωσης και να επιτρέψει στις τράπεζες να κατευθύνουν περισσότερους πόρους σε δραστηριότητες που σχετίζονται με τη χρηματοδότηση της οικονομίας.
Πιο ευέλικτη εταιρική διακυβέρνηση
Η προτεινόμενη αλλαγή επεκτείνεται και στο πεδίο της εταιρικής διακυβέρνησης. Το νέο πλαίσιο προβλέπει μεγαλύτερη ευελιξία για τις μικρότερες τράπεζες, μεταξύ άλλων μέσω της δυνατότητας συγχώνευσης επιτροπών, αλλά και της αναλογικότερης εφαρμογής κανόνων που αφορούν τις αποδοχές και τις εσωτερικές λειτουργίες.
Η λογική είναι ότι ένα μικρό και λιγότερο σύνθετο πιστωτικό ίδρυμα δεν είναι απαραίτητο να διαθέτει την ίδια οργανωτική δομή και τον ίδιο αριθμό επιτροπών με έναν μεγάλο, διεθνώς δραστηριοποιούμενο τραπεζικό όμιλο.
«Αναλογικότητα δεν σημαίνει χαμηλότερη ασφάλεια»
Το βασικό μήνυμα της ΕΚΤ είναι ότι η μεγαλύτερη αναλογικότητα δεν συνεπάγεται χαλάρωση των βασικών εποπτικών standards. Η φιλοσοφία της μεταρρύθμισης είναι ότι η εποπτική προσπάθεια θα πρέπει να είναι ανάλογη με το μέγεθος, την πολυπλοκότητα και το προφίλ κινδύνου κάθε ιδρύματος.
Με αυτό το σκεπτικό, η μείωση των απαιτήσεων reporting, η αραιότερη διενέργεια ορισμένων εποπτικών διαδικασιών και η μεγαλύτερη ευελιξία στην εταιρική διακυβέρνηση δεν σημαίνουν χαμηλότερα επίπεδα ασφάλειας, αλλά μείωση του διοικητικού κόστους της συμμόρφωσης.
Για τις μικρότερες ευρωπαϊκές τράπεζες, η αλλαγή μπορεί να έχει σημαντικές επιπτώσεις στην καθημερινή λειτουργία τους. Ιδιαίτερα για τα ιδρύματα που βρίσκονται κοντά στο σημερινό όριο των €5 δισ. ενεργητικού, η πιθανή αύξηση του ορίου στα €10 δισ. δημιουργεί ένα μεγαλύτερο περιθώριο ώστε να αναπτύσσονται χωρίς να μεταφέρονται αυτόματα σε ένα αυστηρότερο εποπτικό καθεστώς.
