Σύμφωνα με τα προκαταρκτικά στοιχεία της S&P Global, ο σύνθετος δείκτης υπευθύνων προμηθειών (PMI) υποχώρησε στις 52,8 μονάδες τον Οκτώβριο, από 53,8 μονάδες τον Σεπτέμβριο, διαψεύδοντας τις εκτιμήσεις των αναλυτών, οι οποίοι ανέμεναν ηπιότερη πτώση στις 53,4 μονάδες. Παρά την υποχώρηση, ο δείκτης παρέμεινε πάνω από το όριο των 50 μονάδων, υποδεικνύοντας συνέχιση της ανάπτυξης της επιχειρηματικής δραστηριότητας.
Η εικόνα, ωστόσο, ήταν διαφορετική μεταξύ των επιμέρους κλάδων. Ο μεταποιητικός PMI ενισχύθηκε απροσδόκητα στις 54,2 μονάδες, ενώ ο δείκτης υπηρεσιών υποχώρησε στις 51,7 μονάδες, αποτυπώνοντας τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει η εγχώρια ζήτηση.
Όπως δήλωσε ο οικονομολόγος της S&P Global Market Intelligence, Phil Smith, τα στοιχεία του Οκτωβρίου δείχνουν ότι η γερμανική οικονομία εξακολουθεί να ανακάμπτει, ωστόσο η επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης υπογραμμίζει τον εύθραυστο χαρακτήρα της ανάκαμψης. Παράλληλα, η στασιμότητα στις νέες εργασίες στον τομέα των υπηρεσιών συνδέεται με τις πιέσεις που προκαλούν ο υψηλός πληθωρισμός και η αβεβαιότητα.
Οι προοπτικές ανάπτυξης και οι κρατικές δαπάνες
Έπειτα από χρόνια υποτονικών επιδόσεων σε σύγκριση με άλλες οικονομίες της Ευρωζώνης, η Γερμανία επιχειρεί να επανέλθει σε σταθερή αναπτυξιακή τροχιά, στηριζόμενη στις αυξημένες δημόσιες δαπάνες για υποδομές και άμυνα, αλλά και στις επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη.
Η γερμανική κυβέρνηση αναθεώρησε προς τα πάνω την πρόβλεψή της για την ανάπτυξη το 2026, στο 1,3%. Ωστόσο, οι ενδείξεις για την πορεία της οικονομίας παραμένουν μικτές. Σύμφωνα με την Bundesbank, η οικονομική δραστηριότητα ενδέχεται να παρέμεινε στάσιμη κατά το τρίτο τρίμηνο, αν και η κεντρική τράπεζα εκτιμά ότι η παραγωγή θα ενισχυθεί αισθητά το τελευταίο τρίμηνο του έτους.
Πληθωρισμός και γεωπολιτική αβεβαιότητα
Πρόσθετες προκλήσεις για την ανάκαμψη αποτελούν οι οικονομικές επιπτώσεις του πολέμου στο Ιράν και οι αναταράξεις στις αγορές ομολόγων, οι οποίες εντείνουν τις πιέσεις στο κόστος δανεισμού. Την ίδια στιγμή, η αυξημένη πληθωριστική αβεβαιότητα επηρεάζει τις προσδοκίες των επιχειρήσεων και τις προοπτικές της ζήτησης.
Στη μεταποίηση, οι επιχειρήσεις εξακολουθούν να επωφελούνται από την αύξηση των εξαγωγών και τη σταδιακή επίδραση των υψηλότερων κρατικών δαπανών για άμυνα και υποδομές. Ωστόσο, η αναζωπύρωση των πιέσεων στο κόστος περιορίζει την αισιοδοξία για τη διάρκεια και την ένταση της ανάκαμψης.
