Εφόσον επιβεβαιωθούν οι εκτιμήσεις, το επιτόκιο αποδοχής καταθέσεων θα διαμορφωθεί στο 2,5%, αποτελώντας τη δεύτερη αύξηση της ΕΚΤ μέσα στο 2026, μετά την αντίστοιχη κίνηση του Ιουνίου. Η απόφαση θεωρείται σε μεγάλο βαθμό προεξοφλημένη από τις χρηματοπιστωτικές αγορές, με την άνοδο των διατραπεζικών επιτοκίων να αποτυπώνει ήδη τις νέες προσδοκίες για τη νομισματική πολιτική.
Ανεβαίνει το Euribor, ακριβότερα τα κυμαινόμενα δάνεια
Στο επίκεντρο βρίσκονται οι εξελίξεις στο Euribor, το οποίο επηρεάζει άμεσα το κόστος εξυπηρέτησης των δανείων κυμαινόμενου επιτοκίου. Το Euribor τριών μηνών διαμορφωνόταν στα μέσα της εβδομάδας στο 2,65%, από 2,46% στις αρχές Αυγούστου και 2,31% στις αρχές Ιουλίου. Αντίστοιχα, το Euribor ενός μήνα αυξήθηκε στο 2,30%, από 2,24% και 2,20% αντίστοιχα.
Η ανοδική πορεία των επιτοκίων αναφοράς αυξάνει το κόστος χρηματοδότησης για νοικοκυριά και επιχειρήσεις με κυμαινόμενα δάνεια, ενώ παράλληλα δημιουργεί νέα δεδομένα για όσους σχεδιάζουν νέες επενδύσεις ή αναχρηματοδοτήσεις.
Ο ενεργειακός παράγοντας αλλάζει τα δεδομένα
Καταλυτικό ρόλο στις αποφάσεις της ΕΚΤ διαδραματίζει πλέον η πορεία των τιμών της ενέργειας. Το μήνυμα για νέα αύξηση είχε δώσει, όπως και τον Ιούνιο, η Ιζαμπέλ Σνάμπελ, μέλος του Εκτελεστικού Συμβουλίου της ΕΚΤ, επισημαίνοντας τον κίνδυνο ο πληθωρισμός να παραμείνει πάνω από τον στόχο του 2% για παρατεταμένο χρονικό διάστημα.
Η ανησυχία αφορά κυρίως τον αντίκτυπο της κρίσης στα Στενά του Ορμούζ στις τιμές ενέργειας, αλλά και το γεγονός ότι η ευρωπαϊκή οικονομία εμφανίζεται ανθεκτικότερη από ό,τι είχε αρχικά προβλεφθεί.
Τα στοιχεία της Eurostat δείχνουν, άλλωστε, ότι ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη αυξήθηκε στο 3,3% τον Αύγουστο, από 2,9% τον Ιούλιο. Αντίθετα, ο δομικός πληθωρισμός υποχώρησε οριακά στο 2,4% από 2,5%. Το βασικό ζήτημα για την ΕΚΤ είναι πλέον κατά πόσο το ενεργειακό σοκ θα μετακυλιστεί στις τιμές αγαθών και υπηρεσιών, δημιουργώντας έναν δεύτερο γύρο πληθωριστικών πιέσεων.
«Συναγερμός» από το φυσικό αέριο
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει η πορεία των τιμών του φυσικού αερίου στην ευρωπαϊκή αγορά. Η τιμή του TTF ξεπέρασε την περασμένη εβδομάδα τα 70 ευρώ ανά μεγαβατώρα, καταγράφοντας τα υψηλότερα επίπεδα από τα τέλη του 2022. Στις αρχές του 2026 βρισκόταν περίπου στα 27 ευρώ, γεγονός που σημαίνει ότι έχει υπερδιπλασιαστεί μέσα σε λίγους μήνες.
Για την ευρωπαϊκή οικονομία, η εξέλιξη του φυσικού αερίου θεωρείται ακόμη πιο κρίσιμη από την άνοδο της τιμής του πετρελαίου, καθώς επηρεάζει άμεσα το κόστος ηλεκτροπαραγωγής, τη βιομηχανία και ένα ευρύ φάσμα επιχειρηματικών δραστηριοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η πληρότητα των αποθηκών φυσικού αερίου στην ΕΕ βρίσκεται περίπου στο 65%, έναντι μέσου όρου 82% την προηγούμενη πενταετία. Εάν η γεωπολιτική κρίση παραταθεί και ο χειμώνας αποδειχθεί βαρύς, δεν αποκλείεται οι τιμές να παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα ή να κινηθούν ακόμη υψηλότερα.
Νάγκελ: Πάνω από 95% η πιθανότητα αύξησης
Την προσδοκία για νέα αύξηση των επιτοκίων ενισχύει και η τοποθέτηση του προέδρου της Bundesbank, Γιόαχιμ Νάγκελ.
Όπως ανέφερε, οι αγορές αποτιμούν με πιθανότητα άνω του 95% μια αύξηση επιτοκίων στη συνεδρίαση του Σεπτεμβρίου, εκτιμώντας παράλληλα ότι έχουν σε μεγάλο βαθμό κατανοήσει τον τρόπο με τον οποίο αναμένεται να αντιδράσει η ΕΚΤ. Ο Νάγκελ απέφυγε, ωστόσο, να προδικάσει τις επόμενες κινήσεις, παραπέμποντας στην πάγια θέση της ΕΚΤ ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται σε κάθε συνεδρίαση, με βάση τα διαθέσιμα οικονομικά στοιχεία.
Οι αγορές φαίνεται πάντως να προεξοφλούν τουλάχιστον μία ακόμη αύξηση των επιτοκίων από τον Δεκέμβριο έως την άνοιξη.
Στο μικροσκόπιο και η Fed
Οι εξελίξεις στην Ευρώπη αποκτούν ιδιαίτερη σημασία και σε διεθνές επίπεδο, καθώς η Federal Reserve βρίσκεται αντιμέτωπη με αντίστοιχες πληθωριστικές πιέσεις.
Ο πρόεδρος της Fed, Κέβιν Γουόρς, έχει προειδοποιήσει ότι ο πληθωρισμός στις ΗΠΑ παραμένει υψηλός. Τον Ιούλιο διαμορφώθηκε σε ετήσιο ρυθμό 3,4%, ενώ η αμερικανική κεντρική τράπεζα αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο νέων αυξήσεων εφόσον οι πληθωριστικές πιέσεις δεν υποχωρήσουν.
Το βασικό επιτόκιο της Fed βρίσκεται ήδη στο 3,50%-3,75%, υψηλότερα από το αντίστοιχο της ΕΚΤ.
Το επόμενο διάστημα, επομένως, η πορεία των τιμών ενέργειας και η διάρκεια της γεωπολιτικής κρίσης θα αποτελέσουν τους δύο βασικούς παράγοντες που θα καθορίσουν τη στάση των κεντρικών τραπεζών. Για νοικοκυριά και επιχειρήσεις στην Ευρωζώνη, το αποτέλεσμα μεταφράζεται σε υψηλότερο κόστος χρήματος, με το Euribor και τις δόσεις των κυμαινόμενων δανείων να βρίσκονται ξανά στο επίκεντρο.
