Την ίδια στιγμή, το μέσο επιτόκιο των νέων καταθέσεων αυξήθηκε στο 0,40%, από 0,37%, με αποτέλεσμα το περιθώριο επιτοκίου μεταξύ νέων καταθέσεων και δανείων να περιοριστεί στις 4,36 ποσοστιαίες μονάδες.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ), διαφορετική ήταν η εικόνα στα υφιστάμενα υπόλοιπα, όπου το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο των καταθέσεων παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητο στο 0,39%, ενώ εκείνο των δανείων αυξήθηκε στο 4,92%, από 4,84% τον προηγούμενο μήνα. Ως αποτέλεσμα, το περιθώριο επιτοκίου μεταξύ υφιστάμενων καταθέσεων και δανείων διευρύνθηκε στις 4,53 ποσοστιαίες μονάδες.
Νέες καταθέσεις: Αυξήθηκαν οι αποδόσεις στις προθεσμιακές
Το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο του συνόλου των νέων καταθέσεων διαμορφώθηκε στο 0,40% τον Σεπτέμβριο, από 0,37% τον Αύγουστο.
Ειδικότερα, το μέσο επιτόκιο των καταθέσεων μίας ημέρας από νοικοκυριά παρέμεινε αμετάβλητο στο 0,03%, ενώ εκείνο των επιχειρήσεων διαμορφώθηκε σχεδόν αμετάβλητο στο 0,24%.
Αντίθετα, ανοδικά κινήθηκαν τα επιτόκια στις καταθέσεις με συμφωνημένη διάρκεια έως ένα έτος. Για τα νοικοκυριά αυξήθηκαν κατά 11 μονάδες βάσης, στο 1,28%, ενώ για τις επιχειρήσεις ενισχύθηκαν κατά 19 μονάδες βάσης, στο 2,16%.
Νέα δάνεια: Ακριβότερα τα καταναλωτικά και τα στεγαστικά
Στην πλευρά των νέων χορηγήσεων, το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο του συνόλου των δανείων προς νοικοκυριά και επιχειρήσεις υποχώρησε στο 4,76%, από 4,79% τον Αύγουστο.
Ωστόσο, η εξέλιξη δεν ήταν ομοιόμορφη στις επιμέρους κατηγορίες. Το μέσο επιτόκιο των καταναλωτικών δανείων χωρίς καθορισμένη διάρκεια, στα οποία περιλαμβάνονται οι πιστωτικές κάρτες, τα ανοικτά δάνεια και οι υπεραναλήψεις, παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητο στο 14,61%.
Αντίθετα, αυξήσεις καταγράφηκαν στα καταναλωτικά δάνεια συγκεκριμένης διάρκειας με κυμαινόμενο επιτόκιο, όπου το κόστος δανεισμού ενισχύθηκε κατά 49 μονάδες βάσης, στο 10,38%. Ανοδικά κινήθηκε και το μέσο επιτόκιο των νέων στεγαστικών δανείων με κυμαινόμενο επιτόκιο, το οποίο αυξήθηκε κατά 33 μονάδες βάσης, στο 3,72%.
Στα επιχειρηματικά δάνεια χωρίς καθορισμένη διάρκεια, το μέσο επιτόκιο αυξήθηκε κατά 12 μονάδες βάσης, στο 4,87%, ενώ στα επαγγελματικά δάνεια ενισχύθηκε κατά 14 μονάδες βάσης, στο 7,04%.
Στον αντίποδα, το μέσο επιτόκιο των νέων επιχειρηματικών δανείων συγκεκριμένης διάρκειας με κυμαινόμενο επιτόκιο παρέμεινε αμετάβλητο στο 4,35%. Για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, το αντίστοιχο επιτόκιο υποχώρησε κατά 5 μονάδες βάσης, στο 4,53%.
Πώς διαμορφώθηκαν τα επιτόκια ανά ύψος δανείου
Διαφοροποιήσεις καταγράφηκαν και ανάλογα με το ύψος των νέων επιχειρηματικών δανείων:
- Για δάνεια έως 250.000 ευρώ, το μέσο επιτόκιο αυξήθηκε κατά 8 μονάδες βάσης, στο 5,02%.
- Για δάνεια από 250.001 έως 1 εκατ. ευρώ, παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητο στο 4,70%.
- Για δάνεια άνω του 1 εκατ. ευρώ, διαμορφώθηκε σχεδόν αμετάβλητο στο 4,25%.
Υφιστάμενες καταθέσεις: Σταθερό το κόστος για τις τράπεζες
Σχεδόν αμετάβλητο παρέμεινε τον Σεπτέμβριο το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο του συνόλου των υφιστάμενων καταθέσεων, συμπεριλαμβανομένων των καταθέσεων μίας ημέρας, στο 0,39%.
Ειδικότερα, το μέσο επιτόκιο στα υφιστάμενα υπόλοιπα των καταθέσεων με συμφωνημένη διάρκεια έως δύο έτη από νοικοκυριά παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητο στο 1,23%.
Για τις επιχειρήσεις, ωστόσο, καταγράφηκε αύξηση κατά 8 μονάδες βάσης, με το αντίστοιχο επιτόκιο να διαμορφώνεται στο 2,17%.
Ανοδικά τα επιτόκια στα υφιστάμενα δάνεια
Ανοδική ήταν η πορεία των επιτοκίων στα υφιστάμενα δάνεια, με το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο να αυξάνεται κατά 8 μονάδες βάσης, στο 4,92%. Στα υφιστάμενα στεγαστικά δάνεια με διάρκεια άνω των πέντε ετών, το μέσο επιτόκιο ενισχύθηκε κατά 4 μονάδες βάσης, στο 3,78%. Ισόποση αύξηση καταγράφηκε και στα καταναλωτικά και λοιπά δάνεια προς ιδιώτες και ιδιωτικά μη κερδοσκοπικά ιδρύματα, με το επιτόκιο να φθάνει στο 8,55%.
Στα επιχειρηματικά δάνεια με διάρκεια άνω των πέντε ετών, το μέσο επιτόκιο αυξήθηκε κατά 8 μονάδες βάσης, στο 4,49%, ενώ στα επαγγελματικά δάνεια η άνοδος ήταν μεγαλύτερη, κατά 13 μονάδες βάσης, με το επιτόκιο να διαμορφώνεται στο 5,73%.
Η εικόνα των στοιχείων της ΤτΕ αναδεικνύει τη διαφορετική ταχύτητα προσαρμογής των επιτοκίων στις νέες και τις υφιστάμενες χορηγήσεις, καθώς η οριακή υποχώρηση του μέσου κόστους των νέων δανείων συνοδεύτηκε από αύξηση του κόστους εξυπηρέτησης των υφιστάμενων δανειακών υπολοίπων.
