Η νέα μορφή της αγοράς αποτελεί αποτέλεσμα πολύμηνης προετοιμασίας από τους αδελφούς Δούζη και την ομάδα της Ergon, με την έρευνα να μην περιορίζεται στα ιστορικά αρχεία. Η ομάδα αξιοποίησε χιλιάδες σχόλια, κριτικές και βίντεο καταναλωτών από διαφορετικές περιόδους της αγοράς, ενώ πραγματοποίησε επισκέψεις σε αντίστοιχες αγορές στην Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και τις ΗΠΑ.
Στόχος ήταν να αποκατασταθεί όχι μόνο η εικόνα του ιστορικού κτιρίου, αλλά κυρίως η λειτουργία της αγοράς ως καθημερινού προορισμού για αγορές, φαγητό και κοινωνική ζωή.
«Η ιστορική πίστη δεν είναι μόνο θέμα υλικών και όψεων. Είναι να ξαναδώσεις στο κτήριο τη χρήση για την οποία φτιάχτηκε, με τους ανθρώπους που ξέρουν να την υπηρετούν», σημειώνει ο Θωμάς Δούζης, ιδρυτής και CEO της Ergon.
Από την Κωνσταντινούπολη και τα σουκ έως το Καπάνι
Η ομάδα της Ergon αναζήτησε παραδείγματα από σκεπαστές αγορές σε διαφορετικές χώρες, από τα σουκ της Μέσης Ανατολής και την Κωνσταντινούπολη έως τη Βαρκελώνη, τη Μαδρίτη, το Παρίσι, τη Βοστώνη και τη Νέα Υόρκη. Παράλληλα, όμως, η έρευνα επέστρεψε στην ίδια τη Θεσσαλονίκη και στο Καπάνι, με στόχο να συνδυαστούν διεθνείς πρακτικές με τα χαρακτηριστικά της τοπικής αγοράς.
Το βασικό ζητούμενο ήταν η δημιουργία ενός οικοσυστήματος καταστημάτων που θα μπορεί να λειτουργεί σε καθημερινή βάση και όχι μόνο ως προορισμός αναψυχής τα Σαββατοκύριακα.
29 καταστήματα από το πρωί έως το βράδυ
Σήμερα στην Αγορά λειτουργούν 29 καταστήματα, εκ των οποίων τα 27 αφορούν concepts γαστρονομίας και αγορών τροφίμων και δύο έχουν μη γαστρονομική χρήση. Το νέο μείγμα περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, εστιατόρια, καφέ, τσιπουράδικο, καφενείο, αρτοποιείο, ζαχαροπλαστείο, γαλακτοπωλείο, πιτσαρία, μπεργκεράδικο, κάβα, bars, ανθοπωλείο, καταστήματα τροφίμων και κατάστημα με σουβενίρ.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη διασύνδεση των επιχειρήσεων μεταξύ τους. Προϊόντα όπως κρέας, ψάρια, φρούτα, λαχανικά, τυριά και άλλα τρόφιμα μπορούν να αξιοποιούνται στα καταστήματα εστίασης της ίδιας της αγοράς, περιορίζοντας παράλληλα τις μετακινήσεις των πρώτων υλών.
Το μοντέλο που επιχειρείται να δημιουργηθεί είναι ουσιαστικά ένας ενιαίος γαστρονομικός και εμπορικός προορισμός, όπου ο επισκέπτης θα μπορεί να κάνει τις αγορές του και στη συνέχεια να καθίσει για φαγητό ή ποτό.
Ένα κτίριο σχεδόν ενός αιώνα
Η ιστορία της Αγοράς συνδέεται άμεσα με τη μεγάλη αναμόρφωση της Θεσσαλονίκης μετά την πυρκαγιά του 1917. Ο θεμέλιος λίθος τέθηκε το 1922, ενώ τα σχέδια της στεγασμένης αγοράς συνδέονται με τον Ελί Μοδιάνο, αρχιτέκτονα που είχε σπουδάσει στο Παρίσι.
Η αγορά δημιουργήθηκε στην περιοχή της πυρίκαυστης ζώνης, όπου ο πολεοδομικός σχεδιασμός προέβλεπε τη δημιουργία παζαριών. Παρά τις αλλαγές που ακολούθησαν στη φυσιογνωμία της πόλης, το όνομα «Μοδιάνο» επικράτησε στην καθημερινή χρήση και παρέμεινε μέχρι σήμερα.
Σχεδόν έναν αιώνα μετά την πρώτη λειτουργία της, η ιστορική αγορά επιχειρεί μια νέα επανεκκίνηση, αυτή τη φορά με στόχο να συνδυάσει την ιστορική της ταυτότητα με ένα σύγχρονο μοντέλο αγοράς και γαστρονομίας.
