Η Εθνική Στρατηγική για τη Στεγαστική Πολιτική 2026-2035, η οποία τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση, φιλοδοξεί να αποτελέσει τον οδικό χάρτη που θα επαναπροσδιορίσει τη σχέση των πολιτών με την κατοικία.
Η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια ιδιότυπη στεγαστική κρίση: οι τιμές αγοράς και τα ενοίκια αυξάνονται ταχύτερα από τα εισοδήματα, η προσφορά κατοικιών στις περιοχές υψηλής ζήτησης παραμένει περιορισμένη, ενώ η γενιά των 30άρηδων και των 40άρηδων δυσκολεύεται πλέον να αποκτήσει πρόσβαση είτε στην ιδιοκατοίκηση είτε σε αξιοπρεπή μακροχρόνια μίσθωση.
Το νέο σχέδιο οργανώνεται γύρω από τρεις μεγάλους πυλώνες, εννέα στρατηγικούς στόχους και συνολικά πενήντα μέτρα παρέμβασης. Στην πραγματικότητα, όμως, πρόκειται για μια προσπάθεια αναδιάταξης ολόκληρης της αγοράς κατοικίας.
Ο πρώτος πυλώνας αφορά την αύξηση της προσφοράς. Το κράτος παραδέχεται πλέον ότι η χώρα δεν πάσχει μόνο από ακριβά σπίτια, αλλά και από έλλειψη διαθέσιμων κατοικιών. Γι’ αυτό δίνεται έμφαση στην ενεργοποίηση χιλιάδων κλειστών διαμερισμάτων, στην επαναφορά ακινήτων από τη βραχυχρόνια στη μακροχρόνια μίσθωση, στην ανάπτυξη κοινωνικής κατοικίας και στην επιτάχυνση της νέας οικοδομικής δραστηριότητας.
Εδώ ακριβώς εντοπίζεται και το πιο ενδιαφέρον τεχνολογικό στοιχείο της στρατηγικής.
Η κυβέρνηση προτείνει τον εκσυγχρονισμό του συστήματος έκδοσης οικοδομικών αδειών μέσω της αναβάθμισης των πλατφορμών e-Άδειες και του Ενιαίου Ψηφιακού Χάρτη, εισάγοντας ακόμη και εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης. Η AI θα μπορεί να επαληθεύει δικαιολογητικά, να εντοπίζει σφάλματα και να ελέγχει την πληρότητα των φακέλων, περιορίζοντας τις καθυστερήσεις που επί χρόνια αποτελούν τροχοπέδη για τους μηχανικούς, τους επενδυτές και τους ιδιοκτήτες.
Η δεύτερη μεγάλη παρέμβαση αφορά την κοινωνική κατοικία, έναν θεσμό που ουσιαστικά απουσιάζει από την ελληνική πραγματικότητα.
Η στρατηγική εισάγει μοντέλα κοινωνικής αντιπαροχής, αξιοποίηση ανενεργών στρατοπέδων, συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και πιλοτικά προγράμματα ανακαίνισης ακινήτων σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Το μοντέλο είναι σαφώς ευρωπαϊκό: το κράτος δεν χτίζει μόνο του, αλλά λειτουργεί ως ενορχηστρωτής κεφαλαίων, γης και επενδυτών.
Παράλληλα, δίνεται ιδιαίτερη βαρύτητα στις περιοχές που έχουν μετατραπεί σε «στεγαστικές ερήμους». Νησιά που αδυνατούν να στεγάσουν γιατρούς, εκπαιδευτικούς και αστυνομικούς, πανεπιστημιουπόλεις με εκρηκτικές αυξήσεις ενοικίων και μεγάλα αστικά κέντρα που χάνουν σταδιακά τον χαρακτήρα της μόνιμης κατοικίας.
Οι προτάσεις περιλαμβάνουν ψηφιακές πλατφόρμες φοιτητικής συγκατοίκησης, οργανωμένη στέγαση δημοσίων υπαλλήλων σε νησιά, ακόμη και ειδικά προγράμματα παραχώρησης δημόσιας γης για την ανάπτυξη προσιτών κατοικιών.
Το τρίτο και ίσως πιο κρίσιμο σκέλος αφορά τη διακυβέρνηση.
Εδώ εντοπίζεται και η μεγαλύτερη αδυναμία του ελληνικού μοντέλου διαχρονικά: η έλλειψη ενός ενιαίου κέντρου αποφάσεων. Η πρόταση για τη δημιουργία Ενιαίου Φορέα Στεγαστικής Πολιτικής επιχειρεί να καλύψει το κενό που άφησε η κατάργηση του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας το 2012, συνδέοντας υπουργεία, αυτοδιοίκηση, κτηματολόγιο, χρηματοδοτικά εργαλεία και δεδομένα αγοράς κάτω από μια κοινή ομπρέλα.
Το ερώτημα, βέβαια, παραμένει βαθιά πολιτικό.
Μπορεί ένα σχέδιο 6,5 δισ. ευρώ, 48 υφιστάμενων μέτρων και δεκάδων νέων παρεμβάσεων να ανατρέψει μια κρίση που χτίστηκε επί δεκαπέντε χρόνια; Ή μήπως η πολιτεία επιχειρεί απλώς να διαχειριστεί τις συνέπειες μιας αγοράς που ήδη έχει αλλάξει τους κανόνες του παιχνιδιού;
Η απάντηση θα κριθεί από έναν και μόνο δείκτη: αν το 2035 η κατοικία θα έχει επιστρέψει στη σφαίρα του κοινωνικού δικαιώματος ή θα έχει μετατραπεί οριστικά σε ένα επενδυτικό προϊόν προσβάσιμο μόνο σε όσους διαθέτουν το απαραίτητο κεφάλαιο.
Διότι, στο τέλος της ημέρας, η στεγαστική πολιτική δεν είναι μια τεχνική άσκηση διαχείρισης ακινήτων. Είναι το πιο άμεσο δημοψήφισμα για το είδος της κοινωνίας που επιλέγει να οικοδομήσει μια χώρα.
Η διαβούλευση θα διαρκέσει 16 ημέρες, μέχρι την 3η Ιουλίου 2026, ημέρα Παρασκευή, και ώρα 14:00.
