Η στρατηγική συνδέει τη διατήρηση της ποσοτικής και ποιοτικής επάρκειας του νερού με την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, τον εκσυγχρονισμό των υποδομών, την ψηφιακή διακυβέρνηση και τη βιώσιμη ανάπτυξη, αντιμετωπίζοντας το νερό ως κρίσιμο παράγοντα για τη δημόσια υγεία, την αγροτική παραγωγή, τον τουρισμό, την επιχειρηματική δραστηριότητα και τη συνολική αναπτυξιακή προοπτική των τοπικών κοινωνιών.
Κεντρικός στόχος της νέας πολιτικής είναι η ενίσχυση της υδατικής ασφάλειας της χώρας μέσα από ένα μοντέλο που βασίζεται στην πρόληψη, την επιστημονική τεκμηρίωση και τη μακροχρόνια ανθεκτικότητα. Το υπουργείο επισημαίνει ότι η στρατηγική επιχειρεί να αντιμετωπίσει διαχρονικές αδυναμίες, όπως ο κατακερματισμός των αρμοδιοτήτων, η έλλειψη συντονισμού μεταξύ των εμπλεκόμενων φορέων και η αποσπασματική υλοποίηση έργων.
Η στρατηγική οργανώνεται γύρω από τρεις βασικούς άξονες πολιτικής. Ο πρώτος αφορά τη διασφάλιση της πρόσβασης όλων των πολιτών σε επαρκές και ασφαλές πόσιμο νερό, σε συνδυασμό με την προστασία των υδάτινων οικοσυστημάτων. Ο δεύτερος εστιάζει στην προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, μεταφέροντας το βάρος από τη διαχείριση των συνεπειών στην πρόληψη και στην έγκαιρη προετοιμασία απέναντι σε φαινόμενα λειψυδρίας και πλημμυρών. Ο τρίτος πυλώνας αφορά τον εκσυγχρονισμό της διακυβέρνησης του τομέα, μέσω της αξιοποίησης ψηφιακών εργαλείων, της ενίσχυσης της διαφάνειας και της αποτελεσματικότερης λειτουργίας των παρόχων υπηρεσιών ύδατος.
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται στον χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό, ο οποίος για πρώτη φορά αντιμετωπίζεται ως βασικό εργαλείο της υδατικής πολιτικής. Η στρατηγική προβλέπει την ενσωμάτωση της διαχείρισης των υδάτινων πόρων σε όλα τα επίπεδα χωρικού σχεδιασμού, ώστε οι αποφάσεις για την ανάπτυξη των περιοχών να λαμβάνουν υπόψη τη διαθεσιμότητα και την ποιότητα του νερού.
Στο πλαίσιο αυτό προτείνεται η καθιέρωση του υδατικού ισοζυγίου ως δεσμευτικού κριτηρίου για τον καθορισμό της φέρουσας ικανότητας κάθε περιοχής. Η δυνατότητα νέας οικιστικής, τουριστικής ή παραγωγικής ανάπτυξης θα πρέπει να αξιολογείται με βάση τα διαθέσιμα υδατικά αποθέματα και τις προοπτικές διατήρησής τους, ώστε η χωρική ανάπτυξη να συμβαδίζει με τις πραγματικές δυνατότητες των φυσικών πόρων.
Παράλληλα, η στρατηγική προβλέπει την ιεράρχηση των χρήσεων γης με γνώμονα την προστασία των υδάτινων συστημάτων. Ζώνες προστασίας πόσιμου νερού, περιοχές τροφοδοσίας υπόγειων υδροφορέων και περιοχές υψηλού κινδύνου ρύπανσης ή πλημμυρικής επικινδυνότητας θα λαμβάνονται υπόψη στον σχεδιασμό νέων δραστηριοτήτων, ενώ υιοθετείται η αρχή «αποφυγή – μείωση – αντιστάθμιση» για τον περιορισμό των επιπτώσεων στην ποσότητα και την ποιότητα των υδάτων.
Σημαντικό μέρος της νέας προσέγγισης αφορά επίσης τον αστικό σχεδιασμό. Προωθείται η ανάπτυξη μπλε και πράσινων υποδομών, όπως έργα διαχείρισης όμβριων υδάτων, φυσικές επιφάνειες απορρόφησης και επαναχρησιμοποίηση βρόχινου νερού, με στόχο τη μείωση των πλημμυρικών κινδύνων και της πίεσης στους υδατικούς πόρους. Παράλληλα εξετάζεται η αναθεώρηση των κτιριολογικών κανονισμών ώστε να διευρυνθεί η αξιοποίηση των λεγόμενων «γκρι» νερών σε μεγάλα κτίρια, καθώς και η απλοποίηση των διαδικασιών για εγκατάσταση μονάδων αφαλάτωσης και ευρύτερη χρήση θαλασσινού νερού σε κατάλληλες εφαρμογές.
Η στρατηγική συνοδεύεται από πρόγραμμα επενδύσεων σε υποδομές ύδρευσης και διαχείρισης υδάτων. Στις 24 Ιουνίου ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας υπέγραψε τις πρώτες αποφάσεις ένταξης δήμων στο πρόγραμμα «Παρεμβάσεις παροχής πόσιμου νερού και διαχείρισης υδάτων» του Τομεακού Προγράμματος Ανάπτυξης. Μέχρι σήμερα έχουν ενταχθεί 25 δήμοι με 33 έργα συνολικού προϋπολογισμού άνω των 41 εκατ. ευρώ, ενώ προβλέπεται η επέκταση του προγράμματος και σε επιπλέον περιοχές.
Τα έργα περιλαμβάνουν αντικαταστάσεις παλαιών δικτύων, επεκτάσεις υδροδότησης, νέες γεωτρήσεις, κατασκευή δεξαμενών και μονάδων αφαλάτωσης, καθώς και παρεμβάσεις για τον περιορισμό των απωλειών νερού, οι οποίες σε ορισμένα παλαιά δίκτυα εκτιμάται ότι φθάνουν έως και το 70%.
Παράλληλα προωθείται θεσμική μεταρρύθμιση στη διαχείριση του νερού, με νομοσχέδιο που προβλέπει τη συνένωση περίπου 60 παρόχων υπηρεσιών ύδατος με την ΕΥΔΑΠ και την ΕΥΑΘ. Στόχος είναι η δημιουργία μεγαλύτερων και ισχυρότερων οργανωτικών σχημάτων που θα μπορούν να σχεδιάζουν και να υλοποιούν έργα με μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα, αξιοποιώντας παράλληλα την τεχνογνωσία των δύο μεγάλων οργανισμών και την εμπειρία των τοπικών φορέων.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του υπουργείου, σήμερα περισσότεροι από 735 φορείς εμπλέκονται στη διαχείριση των υδάτων, γεγονός που δημιουργεί αλληλεπικαλύψεις αρμοδιοτήτων, αυξάνει το διοικητικό κόστος και δυσχεραίνει τον ενιαίο σχεδιασμό. Η εικόνα αυτή αποτυπώνεται χαρακτηριστικά στην Αττική, όπου εφαρμόζονται διαφορετικά μοντέλα υδροδότησης ακόμη και μεταξύ όμορων δημοτικών ενοτήτων.
Η μεταρρύθμιση επιδιώκει επίσης να αντιμετωπίσει προβλήματα υποστελέχωσης πολλών δημοτικών επιχειρήσεων ύδρευσης, ιδιαίτερα σε εξειδικευμένο επιστημονικό και τεχνικό προσωπικό, δημιουργώντας οικονομίες κλίμακας και μεγαλύτερη δυνατότητα προσέλκυσης εξειδικευμένων στελεχών.
Ωστόσο, το σχέδιο αναγνωρίζει και το σημαντικό χρηματοδοτικό αποτύπωμα των αναγκαίων παρεμβάσεων. Οι επενδυτικές ανάγκες για έργα ύδρευσης εκτιμώνται σε περίπου 5,4 δισ. ευρώ, για υποδομές αποχέτευσης σε τουλάχιστον 1,8 δισ. ευρώ, ενώ πρόσθετες ανάγκες καταγράφονται για έργα άρδευσης και άλλες υποδομές διαχείρισης υδάτων. Η στρατηγική αναφέρεται ως πιθανές πηγές χρηματοδότησης στο ΕΣΠΑ, το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, το πρόγραμμα LIFE και την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, χωρίς ωστόσο να αποτυπώνει πλήρως την αντιστοίχιση των διαθέσιμων πόρων με το συνολικό ύψος των απαιτούμενων επενδύσεων. Επιπλέον, επισημαίνεται ότι η ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης το 2026 καθιστά αναγκαίο τον έγκαιρο σχεδιασμό εναλλακτικών χρηματοδοτικών εργαλείων για τη συνέχιση των παρεμβάσεων.
Η συνολική προσέγγιση αποσκοπεί στη μετάβαση από ένα κατακερματισμένο σύστημα διαχείρισης σε ένα ενιαίο μοντέλο, όπου ο χωρικός σχεδιασμός, οι υποδομές, η διακυβέρνηση και η χρηματοδότηση λειτουργούν συμπληρωματικά. Σύμφωνα με το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, στόχος είναι η διασφάλιση επαρκούς, ποιοτικού και οικονομικά προσιτού νερού για τους πολίτες, η προστασία των φυσικών οικοσυστημάτων και η ενίσχυση της ανθεκτικότητας της χώρας απέναντι στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής. Σύμφωνα πάντα με το υπουργείο, η μεταρρύθμιση δεν περιορίζεται σε μια διοικητική αναδιάρθρωση, αλλά αποτελεί μια συνολική προσπάθεια μετάβασης από την πολυδιάσπαση στην αποτελεσματικότητα. Με κοινό σχεδιασμό, ενιαία στρατηγική και καλύτερη αξιοποίηση των διαθέσιμων πόρων, στόχος είναι να διασφαλιστεί ότι το νερό θα συνεχίσει να αποτελεί ένα ποιοτικό, ασφαλές και οικονομικά προσιτό δημόσιο αγαθό για όλους. Όπως επισημαίνεται, η ορθολογική διαχείριση των υδάτινων πόρων αποτελεί προϋπόθεση τόσο για την προστασία του περιβάλλοντος όσο και για τη βιώσιμη ανάπτυξη των τοπικών κοινωνιών, με τελικό ζητούμενο να κληροδοτηθεί στις επόμενες γενιές ένα σύστημα διαχείρισης αντάξιο της σημασίας του πολυτιμότερου φυσικού πόρου της χώρας.
