Η ανάλυση αναδεικνύει την προσπάθεια των χάκερ να παρακάμπτουν τα παραδοσιακά συστήματα ασφαλείας, εκμεταλλευόμενοι την εμπιστοσύνη των χρηστών και τη μετακίνησή τους μεταξύ διαφορετικών συσκευών και εφαρμογών.
Η έκθεση της HP Wolf Security, η οποία εξετάζει δεδομένα από την περίοδο Απριλίου – Ιουνίου 2026, καταγράφει τρεις βασικές τάσεις: τη διανομή κακόβουλου λογισμικού μέσω ψεύτικων AI trading agents, την υποκλοπή διαπιστευτηρίων μέσω QR phishing και την επέκταση του οικοσυστήματος κακόβουλου λογισμικού Phantom Stealer.
Στο στόχαστρο οι χρήστες κρυπτονομισμάτων
Μία από τις σημαντικότερες απειλές αφορά την αξιοποίηση του ενδιαφέροντος για το Agentic AI, δηλαδή συστήματα τεχνητής νοημοσύνης που μπορούν να εκτελούν εργασίες με μεγαλύτερο βαθμό αυτονομίας.
Σύμφωνα με τους ερευνητές της HP, κυβερνοεγκληματίες προωθούν ψεύτικους AI trading agents, επιχειρώντας να πείσουν τους χρήστες να εγκαταστήσουν οι ίδιοι κακόβουλο λογισμικό, το οποίο εμφανίζεται ως νόμιμο εργαλείο.
Μετά την εγκατάσταση, το κακόβουλο λογισμικό ελέγχει τα προγράμματα περιήγησης για επεκτάσεις ψηφιακών πορτοφολιών, όπως οι Coinbase και MetaMask. Στη συνέχεια, αντικαθιστά τις νόμιμες επεκτάσεις με κακόβουλες απομιμήσεις, οι οποίες υποκλέπτουν τα στοιχεία σύνδεσης που εισάγουν τα θύματα.
Με αυτόν τον τρόπο, οι επιτιθέμενοι μπορούν να αποκτήσουν πρόσβαση στα ψηφιακά πορτοφόλια και να επιχειρήσουν την κλοπή των κρυπτονομισμάτων των χρηστών.
Η συγκεκριμένη τακτική αναδεικνύει τον κίνδυνο που δημιουργείται όταν οι χρήστες εμπιστεύονται εφαρμογές που υπόσχονται αυτοματοποιημένες επενδυτικές υπηρεσίες, χωρίς να επαληθεύουν την προέλευση και την αξιοπιστία τους.
Η επίθεση μεταφέρεται από τον υπολογιστή στο κινητό
Παράλληλα, οι κωδικοί QR εξακολουθούν να αποτελούν ένα αποτελεσματικό μέσο για την υποκλοπή κωδικών πρόσβασης. Σύμφωνα με την έκθεση, οι επιτιθέμενοι στέλνουν αρχεία PDF που περιέχουν περιεχόμενο το οποίο εμφανίζεται ως θολωμένο για λόγους ασφαλείας. Οι παραλήπτες καλούνται να σαρώσουν έναν κωδικό QR με το κινητό τους τηλέφωνο, προκειμένου να αποκτήσουν πρόσβαση στο υποτιθέμενο περιεχόμενο.
Ωστόσο, ο κωδικός οδηγεί σε ιστοσελίδες ηλεκτρονικού «ψαρέματος» (phishing), οι οποίες επιχειρούν να υποκλέψουν τα στοιχεία σύνδεσης των χρηστών. Η μετάβαση από τον υπολογιστή στο κινητό μπορεί να δυσκολέψει τον εντοπισμό της απειλής, ιδίως όταν οι συσκευές δεν διαθέτουν τα ίδια επίπεδα προστασίας.
Η επέκταση του Phantom Stealer
Η HP εντόπισε, επίσης, το Phantom Gate, έναν νέο μηχανισμό φόρτωσης κακόβουλου λογισμικού (malware loader), ο οποίος φαίνεται να επεκτείνει την εκστρατεία του Phantom Stealer.
Το Phantom Stealer προωθείται ανοιχτά ως λογισμικό για δοκιμές διείσδυσης, μια πρακτική που μπορεί να αξιοποιηθεί για να συγκαλύψει κακόβουλες χρήσεις. Ο συνδυασμός του με το Phantom Gate διευκολύνει τη δημιουργία και την επέκταση αλυσίδων μόλυνσης, αυξάνοντας τις δυνατότητες των επιτιθέμενων να διανέμουν κακόβουλο λογισμικό.
Όπως επισημαίνει ο Patrick Schläpfer, Principal Threat Researcher στο HP Security Lab, η υιοθέτηση εργαλείων Agentic AI δημιουργεί νέες ευκαιρίες εξαπάτησης, καθώς οι επιτιθέμενοι επιχειρούν να πείσουν τους χρήστες να κατεβάζουν κακόβουλα προγράμματα που εμφανίζονται ως νόμιμα.
Τα στοιχεία για τις επιθέσεις μέσω email
Τα δεδομένα της έκθεσης αναδεικνύουν και τις αδυναμίες των παραδοσιακών μηχανισμών προστασίας της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας. Ειδικότερα, τουλάχιστον το 10% των απειλών μέσω email που εντοπίστηκαν από το HP Sure Click κατάφερε να παρακάμψει έναν ή περισσότερους σαρωτές ασφαλείας ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.
Παράλληλα, τα εκτελέσιμα αρχεία αποτέλεσαν τον συχνότερο τύπο αρχείων για τη διανομή κακόβουλου λογισμικού, αντιπροσωπεύοντας το 40% των περιπτώσεων. Ακολούθησαν τα αρχεία αρχειοθέτησης με 38% και τα έγγραφα PDF με 7,5%.
Τα ευρήματα καταδεικνύουν ότι οι επιθέσεις δεν περιορίζονται σε προφανώς ύποπτα μηνύματα, αλλά αξιοποιούν διαφορετικούς τύπους αρχείων και τεχνικές κοινωνικής μηχανικής για να ξεγελάσουν τους χρήστες.
Η στρατηγική zero-trust και η απομόνωση απειλών
Ο James Wright, Global Head of Security for Personal Systems της HP, υπογραμμίζει ότι η ασφάλεια πρέπει να καλύπτει το σύνολο των αλληλεπιδράσεων των χρηστών με συσκευές, εφαρμογές και νέα εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης.
Όπως σημειώνει, οι οργανισμοί χρειάζονται μια προσέγγιση zero-trust, η οποία βασίζεται στην επαλήθευση και στον περιορισμό των απειλών, ώστε τα κλικ σε μη αξιόπιστους συνδέσμους και οι λήψεις αρχείων να μην εξελίσσονται σε περιστατικά παραβίασης.
Η HP Wolf Security εφαρμόζει τεχνικές απομόνωσης, επιτρέποντας την εκτέλεση δυνητικά επικίνδυνων αρχείων σε προστατευμένα περιβάλλοντα (containers), ώστε να περιορίζεται ο κίνδυνος για τα συστήματα των χρηστών.
Σύμφωνα με την εταιρεία, οι πελάτες της έχουν πραγματοποιήσει μέχρι σήμερα 60 δισεκατομμύρια κλικ σε συνημμένα email, ιστοσελίδες και αρχεία που κατέβασαν, χωρίς να έχουν αναφερθεί παραβιάσεις στο πλαίσιο της συγκεκριμένης προστασίας.
Η έκθεση καταλήγει ότι, καθώς οι κυβερνοεγκληματίες προσαρμόζουν τις μεθόδους τους στις νέες τεχνολογίες και στις συνήθειες των χρηστών, η προστασία των επιχειρήσεων απαιτεί πολυεπίπεδη προσέγγιση, με έμφαση στην απομόνωση απειλών και στην ασφάλεια σε όλες τις συσκευές και τα ψηφιακά περιβάλλοντα.
