Σχεδόν τέσσερις στις δέκα επιχειρήσεις στο Ηνωμένο Βασίλειο που έχουν λάβει δημόσια επιχορήγηση για καινοτομία εξακολουθούν να δραστηριοποιούνται και να αναπτύσσουν καινοτόμες λύσεις, χωρίς όμως να έχουν καταγράψει μέχρι σήμερα σαφή εμπορικά αποτελέσματα.
Πρόκειται για 4.805 επιχειρήσεις, οι οποίες αντιστοιχούν στο 38% των επιχειρήσεων που έχουν λάβει δημόσια χρηματοδότηση καινοτομίας από το 2009 και μετά. Οι εταιρείες αυτές αποτελούν, σύμφωνα με την έκθεση της NatWest, την αποκαλούμενη «untapped innovation cohort», δηλαδή μια μεγάλη δεξαμενή καινοτόμων επιχειρήσεων που παραμένουν ενεργές, αλλά δεν έχουν ακόμη καταγράψει έξοδο, πρόσθετη συμμετοχική χρηματοδότηση ή σαφή ένδειξη scale-up.
Η ανάλυση βασίζεται σε στοιχεία της Beauhurst και εξετάζει συνολικά 12.381 επιχειρήσεις που έχουν λάβει τουλάχιστον μία δημοσιοποιημένη δημόσια επιχορήγηση καινοτομίας, συμπεριλαμβανομένης χρηματοδότησης από την Innovate UK.
£5,6 δισ. δημόσιας χρηματοδότησης χωρίς ακόμη εμπορική κλιμάκωση
Το μέγεθος του προβλήματος αποτυπώνεται και σε οικονομικούς όρους. Οι επιχειρήσεις που ανήκουν στην «untapped innovation cohort» έχουν λάβει συνολικά £5,6 δισ. δημόσιας χρηματοδότησης για καινοτομία, χωρίς μέχρι σήμερα να έχουν εξασφαλίσει follow-on equity, να έχουν πραγματοποιήσει exit ή να έχουν παρουσιάσει σαφές σήμα scale-up.
Την ίδια στιγμή, η δημόσια χρηματοδότηση καινοτομίας στο Ηνωμένο Βασίλειο έχει κινητοποιήσει σημαντικούς πόρους. Κατά την τελευταία 15ετία, περισσότερες από 12.000 επιχειρήσεις έχουν λάβει σχεδόν £20 δισ. σε επιχορηγήσεις, ενώ οι επιχειρήσεις αυτές προσέλκυσαν στη συνέχεια £77,1 δισ. σε επενδύσεις μετοχικού κεφαλαίου.
Τα στοιχεία αυτά καταδεικνύουν, σύμφωνα με την έκθεση, τη δυναμική που μπορεί να δημιουργηθεί όταν η δημόσια χρηματοδότηση καινοτομίας συνδυάζεται με επιτυχημένη εμπορική αξιοποίηση. Παράλληλα, όμως, αναδεικνύουν το σημαντικό περιθώριο που υπάρχει ώστε περισσότερες επιχειρήσεις να περάσουν από το στάδιο της ανάπτυξης τεχνολογίας στην πραγματική εμπορική κλίμακα.

Μεγάλες περιφερειακές διαφορές
Η πρόκληση δεν περιορίζεται σε μία συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή του Ηνωμένου Βασιλείου. Η «untapped innovation cohort» εμφανίζεται σε όλες τις περιφέρειες και στα έθνη της χώρας, με σημαντικές ωστόσο διαφοροποιήσεις στα ποσοστά.
Τα West Midlands καταγράφουν το υψηλότερο ποσοστό, καθώς το 47,4% των επιχειρήσεων που έχουν λάβει δημόσιες επιχορηγήσεις καινοτομίας παραμένει στην κατηγορία των επιχειρήσεων χωρίς καταγεγραμμένο αποτέλεσμα εμπορικής κλιμάκωσης.
Στα East Midlands το ποσοστό διαμορφώνεται στο 42,4%, ενώ στο South East ανέρχεται σε 41,5% και στο South West σε 41,2%. Στο North West φτάνει το 39%, στη Wales το 39,6%, στο Yorkshire and the Humber το 39,1% και στο North East το 38,6%. Στον αντίποδα, το Λονδίνο εμφανίζει το χαμηλότερο ποσοστό, στο 32,2%, ενώ στη Σκωτία ανέρχεται σε 34,9% και στη Βόρεια Ιρλανδία σε 33%.
Η περιφερειακή διάσταση έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς η έκθεση επισημαίνει ότι όταν οι επιχειρήσεις καταφέρνουν να εμπορευματοποιήσουν και να αναπτυχθούν στην περιοχή όπου δημιουργήθηκαν, μπορούν να συμβάλουν στη δημιουργία θέσεων εργασίας υψηλής αξίας, στην προσέλκυση επενδύσεων και στην ενίσχυση των περιφερειακών οικονομιών. Όταν, αντίθετα, δεν μπορούν να κλιμακώσουν, μέρος των οικονομικών οφελών της καινοτομίας ενδέχεται να δημιουργηθεί αλλού.
Η χρηματοδότηση σε βάθος χρόνου
Ένα ακόμη εύρημα της ανάλυσης αφορά στη διάρκεια και στη συνέχεια της χρηματοδοτικής στήριξης. Με βάση τα στοιχεία της Beauhurst, μόλις 19,7% των επιχειρήσεων που έλαβαν μία δημόσια επιχορήγηση κατάφερε στη συνέχεια να εξασφαλίσει πρόσθετη χρηματοδότηση. Το ποσοστό αυξάνεται σε 25,6% για όσες έλαβαν δύο επιχορηγήσεις και σε 31,4% για όσες έλαβαν τρεις.
Για τις επιχειρήσεις που έλαβαν τέσσερις έως πέντε επιχορηγήσεις, το ποσοστό ανέρχεται σε 35,7%, πριν υποχωρήσει ελαφρά στο 34,2% για όσες έλαβαν έξι έως δέκα.
Η έκθεση σημειώνει ότι τα στοιχεία δείχνουν πως η εμπορική επιτυχία συχνά συνδέεται με συνεχή υποστήριξη σε διαφορετικά στάδια ανάπτυξης, και όχι αποκλειστικά με χρηματοδότηση στα αρχικά στάδια.

Από την έρευνα στην αγορά
Σύμφωνα με την ανάλυση, το βρετανικό σύστημα καινοτομίας εξακολουθεί να δίνει σημαντικό βάρος στην ανακάλυψη και την πρώιμη έρευνα. Το 14% των επιχειρηματικών δαπανών R&D κατευθύνεται στη βασική έρευνα, έναντι 8% κατά μέσο όρο στις χώρες του ΟΟΣΑ. Αντίθετα, μόλις το 51% κατευθύνεται στην πειραματική ανάπτυξη, έναντι 69% στον ΟΟΣΑ.
Η πρόκληση, επομένως, δεν είναι μόνο η παραγωγή νέας γνώσης ή τεχνολογίας, αλλά η δημιουργία των προϋποθέσεων ώστε αυτή να μετατρέπεται σε προϊόντα και υπηρεσίες που μπορούν να βρουν πελάτες, να προσελκύσουν ιδιωτικά κεφάλαια και να οδηγήσουν σε επιχειρηματική ανάπτυξη.
Οι επιχειρήσεις που συμμετείχαν στην έρευνα ανέδειξαν τρεις αλληλένδετους παράγοντες που θεωρούν κρίσιμους για τη μετάβαση από την έρευνα και ανάπτυξη στην εμπορική ανάπτυξη: ταχύτερη πρόσβαση στην αγορά, ισχυρά περιφερειακά οικοσυστήματα και δυνατότητες scale-up.
Στην πράξη, αυτό σημαίνει ταχύτερη αντιμετώπιση των ρυθμιστικών απαιτήσεων, πρόσβαση σε πελάτες και εμπορικά δίκτυα, καθώς και δυνατότητα σύνδεσης των επιχειρήσεων με ταλέντο, υποδομές, επενδυτές και εξειδικευμένη τεχνογνωσία.
Τα οικοσυστήματα ως «γέφυρα» προς την ανάπτυξη
Η έκθεση δίνει ιδιαίτερη έμφαση στον ρόλο των περιφερειακών οικοσυστημάτων καινοτομίας. Επιχειρήσεις που βρίσκονται εκτός των παραδοσιακών κέντρων καινοτομίας χρειάζονται πρόσβαση όχι μόνο σε κεφάλαια, αλλά και σε πανεπιστήμια, προμηθευτές, πελάτες, επενδυτές και συμβούλους.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το Electech Innovation Cluster, ένα επιχειρηματικό cluster που καλύπτει το Lancashire και το South Cumbria. Το δίκτυο έχει αναπτυχθεί σε περισσότερες από 35 επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται, μεταξύ άλλων, στην άμυνα, την πυρηνική ενέργεια, τη ναυτιλία, τη μεταποίηση και την προηγμένη μηχανική.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζει η έκθεση, το cluster περιλαμβάνει 40 οργανισμούς-μέλη και 74 associate members, ενώ οι επιχειρήσεις-μέλη απασχολούν 1.112 εργαζομένους. Παράλληλα, περισσότεροι από 600 εκπαιδευόμενοι παρακολουθούν προγράμματα ηλεκτρονικής στην περιοχή και πάνω από 2.150 φοιτητές πανεπιστημίων έχουν ενταχθεί σε προγράμματα σπουδών που σχεδιάστηκαν με τη συμβολή του cluster. Ο συνολικός ετήσιος κύκλος εργασιών των επιχειρήσεων του δικτύου ανέρχεται σε £202 εκατ.
Διαφορετικές επιδόσεις ανά κλάδο
Η εικόνα διαφοροποιείται σημαντικά και ανάλογα με τον κλάδο δραστηριότητας. Η έκθεση καταγράφει σημαντικές διαφορές στο ποσό των follow-on επενδύσεων που προσελκύουν οι επιχειρήσεις για κάθε £1 δημόσιας επιχορήγησης. Στους κλάδους των media αντιστοιχούν £11,1, στο lifestyle και entertainment £8,6 και στο software £8.
Χαμηλότερες αναλογίες εμφανίζονται στους κλάδους ταξιδιών και μεταφορών (£2,6), ασφάλειας (£1,4) και εκπαίδευση (£0,5). Η NatWest υπογραμμίζει ότι τα συγκεκριμένα στοιχεία αποτελούν συσχέτιση και όχι μέτρηση της άμεσης επίδρασης των επιχορηγήσεων.
Πέντε προτάσεις για τη μετατροπή της καινοτομίας σε ανάπτυξη
Με βάση τα ευρήματα, η έκθεση καταλήγει σε πέντε βασικές προτάσεις πολιτικής. Σε επίπεδο κεντρικής κυβέρνησης προτείνεται, πρώτον, η μετατόπιση μεγαλύτερου μέρους της χρηματοδότησης καινοτομίας προς την εμπορική αξιοποίηση και το scale-up. Δεύτερον, προτείνεται η δημιουργία ταχύτερων ρυθμιστικών διαδρομών για επιχειρήσεις υψηλής ανάπτυξης σε στρατηγικούς κλάδους, ώστε να μειωθούν οι καθυστερήσεις πριν από την είσοδο στην αγορά.
Για τις περιφερειακές αρχές προτείνονται, μεταξύ άλλων, τοπικές διαδρομές εμπορικής αξιοποίησης, με ένα ενιαίο σημείο πρόσβασης των επιχειρήσεων σε χρηματοδότηση, τεχνογνωσία και επιχειρηματική υποστήριξη. Παράλληλα, προτείνεται η ενίσχυση και διασύνδεση των περιφερειακών οικοσυστημάτων καινοτομίας, μέσω στενότερης συνεργασίας επιχειρήσεων, πανεπιστημίων, επενδυτών και δημόσιων φορέων.
Τέλος, η έκθεση προτείνει οι επενδύσεις καινοτομίας να επικεντρώνονται περισσότερο στα υφιστάμενα περιφερειακά πλεονεκτήματα, ώστε να ενισχύονται οι κλάδοι στους οποίους κάθε περιοχή διαθέτει ήδη βιομηχανική, παραγωγική ή ερευνητική βάση.
