Σε ένα περιβάλλον αυξημένης πιστωτικής επιλεκτικότητας και λιγότερο προβλέψιμων κύκλων, η επιλογή του κατάλληλου asset class αναδεικνύεται σε βασικό παράγοντα διαφοροποίησης για τις στρατηγικές που αφορούν στο χρέος των ακινήτων.
Σύμφωνα με αναλύσεις των JLL και CBRE, τα διαθέσιμα κεφάλαια κατευθύνονται ολοένα και περισσότερο σε τομείς που χαρακτηρίζονται από διαρθρωτική ζήτηση, υψηλή ρευστότητα και μεγαλύτερη προβλεψιμότητα ταμειακών ροών. Η τάση αυτή σηματοδοτεί μια σαφή αλλαγή παραδείγματος: το ζητούμενο δεν είναι πλέον απλώς η χρηματοδότηση ενός έργου, αλλά η επιλογή ακινήτων που μπορούν να υποστηρίξουν βιώσιμα τη χρηματοδότηση καθ’ όλη τη διάρκεια του κύκλου της αγοράς.
Στο νέο αυτό πλαίσιο, συγκεκριμένες κατηγορίες ακινήτων συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Η κατοικία –και ιδιαίτερα το υψηλής κατηγορίας (luxury) segment– ξεχωρίζει για την ανθεκτικότητα και την ικανότητά της να προσελκύει διεθνή κεφάλαια. Όπως προκύπτει από στοιχεία της Knight Frank, οι συναλλαγές υψηλής αξίας παραμένουν ισχυρές σε βασικές αγορές, ενισχύοντας τη ρευστότητα και τη σταθερότητα των αποδόσεων.
Παράλληλα, αυξανόμενη σημασία αποκτούν οι μορφές «alternative living», με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τη φοιτητική κατοικία. Η περιορισμένη προσφορά σε συνδυασμό με τη διαρκώς αυξανόμενη ζήτηση –ιδίως από διεθνείς φοιτητές– δημιουργεί ευνοϊκές συνθήκες για υψηλά ποσοστά πληρότητας και προβλέψιμα έσοδα. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται και τα μοντέλα co-living και multifamily, τα οποία καταγράφουν ισχυρές προοπτικές ανάπτυξης σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Ο κλάδος της φιλοξενίας, μετά την έντονη μεταβλητότητα της περιόδου της πανδημίας, επανέρχεται στο επενδυτικό προσκήνιο, αλλά με πιο επιλεκτικά κριτήρια. Το ενδιαφέρον επικεντρώνεται πλέον σε υψηλής ποιότητας assets, σε κορυφαίους προορισμούς, με δυνατότητα διατήρησης υψηλών τιμών και προσέλκυσης διεθνούς ζήτησης. Σύμφωνα με τη JLL, τα luxury και upper-upscale ξενοδοχεία εμφανίζουν τις καλύτερες επιδόσεις σε όρους ημερήσιας τιμής (ADR), επιβεβαιώνοντας τη στροφή προς πιο ανθεκτικά τμήματα της αγοράς.
Κοινός παρονομαστής όλων των παραπάνω κατηγοριών είναι η ισορροπία μεταξύ κινδύνου και σταθερότητας, καθώς και η δυνατότητα δημιουργίας προβλέψιμων ταμειακών ροών. Αυτά τα χαρακτηριστικά αποτελούν πλέον βασικά κριτήρια για τους χρηματοδότες, οι οποίοι αναζητούν μεγαλύτερη προστασία σε περιόδους αβεβαιότητας.
Ενδεικτική της τάσης αυτής είναι η στρατηγική της Yeldo, η οποία το 2025 κατέγραψε συνολικό όγκο συναλλαγών περίπου 1,8 δισ. ευρώ μέσω περίπου 70 συμφωνιών. Το χαρτοφυλάκιό της παρουσιάζει έντονη συγκέντρωση στην κατοικία (77%), με σημαντική έμφαση στο υψηλής κατηγορίας segment, ενώ παράλληλα ενισχύεται η παρουσία σε φοιτητική κατοικία, co-living και επιλεγμένα hospitality assets.
Σε γεωγραφικό επίπεδο, η δραστηριότητα επικεντρώνεται κυρίως στην Ιταλία, η οποία απορροφά το 58% των επενδεδυμένων κεφαλαίων την περίοδο 2019-2025, ενώ ακολουθούν αγορές όπως η Ελβετία, η Ισπανία, το Μονακό και η Πορτογαλία.
Το βασικό συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι η αγορά real estate debt στην Ευρώπη δεν επιβραδύνεται, αλλά εξελίσσεται σε πιο σύνθετη και επιλεκτική. Στο νέο αυτό περιβάλλον, η απόδοση δεν καθορίζεται μόνο από τη χρηματοδοτική δομή, αλλά κυρίως από την ποιότητα του ακινήτου που τη στηρίζει. Οι επενδύσεις που συνδυάζουν πραγματική ζήτηση, ανθεκτικότητα και ορατότητα εσόδων αναμένεται να αποτελέσουν τον πυρήνα της αγοράς τα επόμενα χρόνια.
