Η πλειοψηφία των δικαστών έκρινε ότι ο συγκεκριμένος τρόπος υπολογισμού είναι συνταγματικά επιτρεπτός, και επομένως δεν ακύρωσε τη σχετική απόφαση του Διοικητή της ΑΑΔΕ.
Οι υποθέσεις εξετάστηκαν από την Ολομέλεια του ΣτΕ στις 28 Μαρτίου και μετά από δύο διασκέψεις. Αν και δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί επισήμως η απόφαση το αποτέλεσμα των διασκέψεων γνωστοποιήθηκε από τον πρόεδρο του ΣτΕ, λόγω της σημασίας της υπόθεσης.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση, οι φορολογούμενοι έχουν τη δυνατότητα να αμφισβητήσουν το τεκμαρτό εισόδημά τους με τους εξής τρόπους:
Ενδικοφανή προσφυγή στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών (Δ.Ε.Δ.) κατά της πράξης προσδιορισμού φόρου.
Προσφυγή στα Διοικητικά Δικαστήρια, εφόσον απορριφθεί η προσφυγή τους από τη Δ.Ε.Δ.
Υποβολή αιτήματος ελέγχου στην αρμόδια ΔΟΥ.
Αναλυτικά η ανακοίνωση του κ. Πικραμένου:
“Στις 14.4.2025 και 2.5.2025 η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας συνήλθε σε διάσκεψη επτά υποθέσεων σχετικών με τον θεσπιζόμενο με τα άρθρα 28Α – 28Δ του ν. 4172/2013 (Α΄ 167) τεκμαρτό τρόπο εξεύρεσης του ετήσιου ελάχιστου καθαρού εισοδήματος των ασκούντων ατομική επιχειρηματική δραστηριότητα, με εισηγήτριες τις Συμβούλους Κ. Λαζαράκη και Β. Μόσχου.
Το Δικαστήριο απέρριψε τις αιτήσεις ακυρώσεως κατά της απόφασης Α1055/9.4.2024 (Β΄ 2284) του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση της παρ. 8 του άρθρου 28Α του ν. 4172/2013 για τον καθορισμό της διαδικασίας αμφισβήτησης των παρ. 3 και 4 του ίδιου άρθρου.
Ειδικότερα, το Δικαστήριο έκρινε κατά πλειοψηφία ότι:
Ι. Ο ανωτέρω τεκμαρτός προσδιορισμός του εισοδήματος είναι συνταγματικά ανεκτός.
ΙΙ. Ο φορολογούμενος που επιθυμεί να αμφισβητήσει το τεκμαρτό εισόδημά του σύμφωνα με την παρ. 4 του ως άνω άρθρου 28Α δύναται, παράλληλα με την υποβολή αιτήματος ελέγχου, σύμφωνα με το άρθρο 4 της προσβαλλόμενης απόφασης του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε., να ασκήσει, κατά της πράξης διοικητικού προσδιορισμού του φόρου βάσει του τεκμαρτού εισοδήματος (άρθρο 4 παρ. 1 εδ. β΄ της προσβαλλόμενης απόφασης), ενδικοφανή προσφυγή ενώπιον της Δ.Ε.Δ. και ακολούθως, κατά της τυχόν απόρριψης αυτής, προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις των άρθρων 72 του (νέου) Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας [ν. 5104/2024 (Α΄ 58)] και 63 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας [ν. 2717/1999, Α΄ 97] προβάλλοντας ό,τι και με το αίτημα ελέγχου.
Η κατόπιν ελέγχου εκδιδόμενη, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 εδ. β΄ της προσβαλλόμενης απόφασης, πράξη διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου υπόκειται ομοίως σε ενδικοφανή προσφυγή, σύμφωνα με τις ως άνω γενικές διατάξεις, η δε τυχόν απόρριψή της από τη Δ.Ε.Δ. θεωρείται, κατά την έννοια του άρθρου 63 παρ. 7 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, συμπροσβαλλόμενη στο πλαίσιο της εκκρεμούς δίκης που αφορά τη νομιμότητα της πράξης της Δ.Ε.Δ. με την οποία είχε απορριφθεί ενδικοφανής προσφυγή κατά της πράξης διοικητικού προσδιορισμού του φόρου. Ο φορολογούμενος μπορεί να προβάλλει κατά της μεταγενέστερης αυτής πράξης της Δ.Ε.Δ. ως πρόσθετους λόγους προσφυγής τους λόγους που έχει προβάλει με την ενδικοφανή προσφυγή του κατά της πράξης διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου.”
Οι ελεύθεροι επαγγελματίες και επιστήμονες που προσέφυγαν υποστήριξαν ότι η τεκμαρτή φορολόγηση παραβιάζει τη συνταγματική αρχή της ισότητας, την αναλογικότητα και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, δεν στηρίζεται σε αντικειμενικά και συναφή στοιχεία, αλλά συγκρίνεται αυθαίρετα με τον κατώτατο μισθό μισθωτών, συνιστά έμμεσο περιορισμό της επαγγελματικής ελευθερίας, και υπερβαίνει τα όρια της νομοθετικής εξουσιοδότησης, αφού επεκτείνεται και σε παλαιότερα έτη και άλλους φόρους.
Δικηγορικοί σύλλογοι και άλλοι φορείς στρέφονταν κατά της απόφασης της ΑΑΔΕ, με την οποία εισάγεται τεκμαρτός τρόπος υπολογισμού του ελάχιστου εισοδήματος από ατομική δραστηριότητα και καθορίζεται η διαδικασία αμφισβήτησης.