Στο πλαίσιο συζήτησης με θέμα τις οικονομικές και επιχειρηματικές σχέσεις Ελλάδας–Γαλλίας, ο κ. Τζούρος υπογράμμισε τη διαχρονική στρατηγική σχέση των δύο χωρών, επισημαίνοντας ότι τα τελευταία χρόνια παρατηρείται σαφής ενίσχυση των διμερών επενδυτικών ροών, με έντονο αποτύπωμα γαλλικών επιχειρηματικών ομίλων στην ελληνική οικονομία.
Ενέργεια, υποδομές και χρηματοοικονομικά στο επίκεντρο
Όπως ανέφερε, οι βασικοί κλάδοι στους οποίους δραστηριοποιούνται δυναμικά γαλλικές εταιρείες περιλαμβάνουν τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, τις υποδομές –ιδίως αυτοκινητοδρόμους και έργα διαχείρισης υδάτων– καθώς και τον χρηματοοικονομικό τομέα. Ιδιαίτερη μνεία έκανε στον ρόλο των γαλλικών τραπεζών στη χρηματοδότηση της ελληνικής ναυτιλίας, ενός από τους πιο διεθνοποιημένους κλάδους της οικονομίας.
Παράλληλα, τόνισε ότι τα τελευταία χρόνια ενισχύεται και η εξωστρέφεια των ελληνικών επιχειρήσεων, οι οποίες επεκτείνονται πλέον δυναμικά στη γαλλική αγορά. Ενδεικτικά ανέφερε πρόσφατες κινήσεις εξαγορών και εκδηλώσεις ενδιαφέροντος από ελληνικούς ομίλους στον βιομηχανικό και μεταλλουργικό κλάδο.
Περιθώρια περαιτέρω εμβάθυνσης
Σύμφωνα με τον επικεφαλής του Corporate & Investment Banking της Πειραιώς, η γαλλοελληνική συνεργασία βρίσκεται ήδη σε υψηλό επίπεδο, ωστόσο υπάρχουν σημαντικά περιθώρια περαιτέρω ενίσχυσης. Μεταξύ άλλων, αναφέρθηκε στην ανάγκη για επενδύσεις υψηλότερης προστιθέμενης αξίας, ιδιαίτερα στη βιομηχανία και την τεχνολογία, στην ενδυνάμωση της αμυντικής βιομηχανικής συνεργασίας με συμμετοχή ελληνικών εταιρειών στην εφοδιαστική αλυσίδα γαλλικών ομίλων, καθώς και στην αξιοποίηση των ελληνικών ναυπηγείων για εξειδικευμένες κατασκευές.
«Turnaround story» η ελληνική οικονομία
Ο κ. Τζούρος χαρακτήρισε την πορεία της ελληνικής οικονομίας ως ένα από τα πιο εντυπωσιακά «turnaround stories» στην Ευρώπη την τελευταία δεκαετία. Όπως σημείωσε, η χώρα διαθέτει πλέον σταθερά δημόσια οικονομικά, ένα υγιές τραπεζικό σύστημα και μια κυβέρνηση προσανατολισμένη στις επενδύσεις, στοιχεία που τη θέτουν σε ισχυρή αναπτυξιακή τροχιά.
Παράλληλα, υπογράμμισε τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της Ελλάδας, όπως το υψηλής ποιότητας ανθρώπινο κεφάλαιο, τις προοπτικές στον ψηφιακό μετασχηματισμό, τον ρόλο της ως ενεργειακού κόμβου στη Νοτιοανατολική Ευρώπη και το ταχέως αναπτυσσόμενο οικοσύστημα καινοτομίας και start-ups.
Ο ρόλος του RRF και η επόμενη ημέρα
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στο Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, το οποίο λειτούργησε ως καταλύτης για την ανάπτυξη τα τελευταία χρόνια. Με συνολικούς πόρους 36 δισ. ευρώ –περίπου το 16% του ΑΕΠ– η Ελλάδα υλοποίησε μεγάλα έργα υποδομών, πράσινης ενέργειας και ψηφιακού μετασχηματισμού, με την απορρόφηση να έχει φθάσει στο 65% και τη συμβολή στο ΑΕΠ να εκτιμάται κοντά στη μία ποσοστιαία μονάδα.
Μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος το 2026, όπως σημείωσε, ο ρόλος των ευρωπαϊκών θεσμών χρηματοδότησης, της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας και των κεφαλαιαγορών θα καταστεί ακόμη πιο κρίσιμος. Ήδη, το 2025 οι ελληνικές επιχειρήσεις προχώρησαν σε εκδόσεις εταιρικών ομολόγων ύψους 2,5 δισ. ευρώ, ενώ η ενσωμάτωση στο πανευρωπαϊκό οικοσύστημα της Euronext αναμένεται να ενισχύσει περαιτέρω τη ρευστότητα και την πρόσβαση σε διεθνή κεφάλαια.
