14 Ιούλ 2026

Με ρυθμό 21% αυξήθηκε η ξενοδοχειακή αγορά το διάστημα 2021-2025

  • RE+D Magazine

Βασικό πυλώνα της ελληνικής οικονομίας εξακολουθεί να αποτελεί ο ξενοδοχειακός κλάδος, ο οποίος διατηρεί ισχυρή αναπτυξιακή δυναμική, ακολουθώντας τη συνεχή άνοδο του τουρισμού.

Σύμφωνα με νέα κλαδική μελέτη της ICAP CRIF, το συνολικό μέγεθος της αγοράς των ξενοδοχειακών επιχειρήσεων τριών, τεσσάρων και πέντε αστέρων κατέγραψε μέσο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης (CAGR) 21% την περίοδο 2021-2025, έχοντας ανακτήσει ήδη από το 2022 τα προ πανδημίας επίπεδα.

Η μελέτη επισημαίνει ότι η άμεση συμβολή του τουρισμού στο ελληνικό ΑΕΠ εκτιμάται στο 13% το 2025, που αντιστοιχεί σε 32,4 δισ. ευρώ, ενώ μαζί με τις έμμεσες επιδράσεις η συνολική συνεισφορά του κλάδου φτάνει το 30% του ΑΕΠ, σύμφωνα με εκτιμήσεις του ΣΕΤΕ.

Όπως αναφέρει η διευθύντρια Οικονομικών – Κλαδικών Μελετών & Εκδόσεων της ICAP CRIF, Σταματίνα Παντελαίου, το 2025 αποτέλεσε ακόμη μία χρονιά-ρεκόρ για τον ελληνικό τουρισμό, με τις αφίξεις αλλοδαπών επισκεπτών να διαμορφώνονται στα 38 εκατ., αυξημένες κατά 5,6% σε σχέση με το 2024. Παράλληλα, τα τουριστικά έσοδα ανήλθαν στα 23,6 δισ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 9,4%.

Η θετική πορεία συνεχίζεται και το 2026, καθώς κατά το πρώτο τετράμηνο η εισερχόμενη ταξιδιωτική κίνηση αυξήθηκε κατά 27%, ενώ οι ταξιδιωτικές εισπράξεις ενισχύθηκαν κατά 37%, με μέρος της ανόδου να αποδίδεται και στην αύξηση της μέσης δαπάνης ανά ταξίδι κατά 8,1%.

Τα ξενοδοχεία 4 αστέρων κυριαρχούν στην αγορά

Σύμφωνα με την ICAP CRIF, τα ξενοδοχεία τεσσάρων αστέρων συγκέντρωσαν το μεγαλύτερο μερίδιο της αγοράς το 2025, αντιπροσωπεύοντας περίπου το 45% της συνολικής αξίας του κλάδου. Ακολουθούν τα ξενοδοχεία πέντε αστέρων με μερίδιο 38% και τα ξενοδοχεία τριών αστέρων με 17%.

Την ίδια στιγμή, η συνολική ξενοδοχειακή δυναμικότητα της χώρας συνεχίζει να διευρύνεται. Με βάση τα στοιχεία του Ξενοδοχειακού Επιμελητηρίου Ελλάδος, το 2025 λειτούργησαν 10.118 ξενοδοχειακές μονάδες, έναντι 9.732 το 2010, ενώ οι διαθέσιμες κλίνες ξεπέρασαν τις 900.000. Τα περισσότερα ξενοδοχεία εξακολουθούν να ανήκουν στην κατηγορία των δύο αστέρων, η οποία αντιπροσωπεύει περίπου το 32% του συνόλου.

Παράλληλα, οι συνολικές διανυκτερεύσεις στα ξενοδοχειακά καταλύματα ανήλθαν σχεδόν στα 117 εκατ. το 2024, αυξημένες κατά 3,9% σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Οι αλλοδαποί επισκέπτες εξακολουθούν να αποτελούν τη βασική πελατειακή βάση των ελληνικών ξενοδοχείων, καθώς πραγματοποιούν περίπου το 85% των συνολικών διανυκτερεύσεων.

Αυξημένο επενδυτικό ενδιαφέρον από διεθνείς ομίλους

Η μελέτη καταγράφει έντονη κινητικότητα στον τομέα των επενδύσεων, καθώς η Ελλάδα συνεχίζει να προσελκύει διεθνείς ξενοδοχειακές αλυσίδες, επενδυτικά κεφάλαια και μεγάλα brands φιλοξενίας.

Οι επενδύσεις αφορούν τόσο την αναβάθμιση υφιστάμενων μονάδων όσο και την αξιοποίηση παλαιών ξενοδοχείων, ακινήτων από μη εξυπηρετούμενα δάνεια (NPLs) και νέων αναπτύξεων, με την Αττική να συγκεντρώνει σημαντικό μέρος των νέων συμφωνιών. Παράλληλα, ενισχύεται η παρουσία boutique hotels, all-suite μονάδων και aparthotels, αντανακλώντας τη διαφοροποίηση της ελληνικής ξενοδοχειακής αγοράς.

Στην κορυφή της αγοράς βρίσκονται οι όμιλοι Grecotel, Sani/Ikos και Mitsis, οι οποίοι εκτιμάται ότι ελέγχουν από κοινού περίπου το 13% της αγοράς των ξενοδοχείων τριών, τεσσάρων και πέντε αστέρων. Συνολικά, οι 22 μεγαλύτεροι ελληνικοί ξενοδοχειακοί όμιλοι διαθέτουν 175 ξενοδοχεία και περισσότερες από 60.000 κλίνες, ενώ περισσότερα από 230 ξενοδοχεία λειτουργούν υπό τη διαχείριση ή την ιδιοκτησία διεθνών ξενοδοχειακών brands.

Πιέσεις στην κερδοφορία παρά την αύξηση των εσόδων

Η χρηματοοικονομική ανάλυση της ICAP CRIF, που βασίστηκε σε δείγμα 81 ξενοδοχειακών επιχειρήσεων τριών, τεσσάρων και πέντε αστέρων για τη διετία 2023-2024, δείχνει ότι οι συνολικές πωλήσεις αυξήθηκαν κατά 2% το 2024 σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος.

Ωστόσο, παρά τη σταθεροποίηση των μικτών κερδών μέσω συγκράτησης του κόστους πωλήσεων, τα λειτουργικά κέρδη (EBITDA) υποχώρησαν κατά 6,5%, διαμορφούμενα στα 877 εκατ. ευρώ, στοιχείο που αποτυπώνει τις πιέσεις που συνεχίζουν να δέχονται οι επιχειρήσεις από το αυξημένο λειτουργικό κόστος και τις πληθωριστικές επιβαρύνσεις.




By browsing this website, you agree to our privacy policy.
I Agree