Ο δείκτης, ο οποίος αξιολογεί 88 χώρες και αγορές, δείχνει ότι ο όγκος των συναλλαγών στις 13 αγορές που κατατάσσονται στην κατηγορία «Highly Transparent» αυξήθηκε κατά 64% την τελευταία διετία, καταγράφοντας ρυθμό ανάπτυξης κατά 20 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερο από τον υπόλοιπο κόσμο.
Οι 13 αγορές με την υψηλότερη διαφάνεια είναι το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία, η Αυστραλία, οι ΗΠΑ, η Ολλανδία, ο Καναδάς, η Νέα Ζηλανδία, η Ιρλανδία, η Σουηδία, η Γερμανία, το Βέλγιο, η Ιαπωνία και η Σιγκαπούρη.
Οι συγκεκριμένες αγορές αντιπροσωπεύουν πλέον 56% των παγκόσμιων εισοδηματικών ακινήτων και πάνω από 80% των άμεσων επενδύσεων, ενισχύοντας την τάση συγκέντρωσης των μεγαλύτερων και πιο ρευστών συναλλαγών σε περιορισμένο αριθμό χωρών.
Ψηφιοποίηση και δεδομένα αλλάζουν την αγορά
Συνολικά, περίπου τα δύο τρίτα των αγορών που εξετάζονται βελτίωσαν το επίπεδο διαφάνειάς τους. Καθοριστικό ρόλο είχαν η ψηφιοποίηση των κτηματολογίων και των μητρώων ακινήτων, η μεγαλύτερη διαθεσιμότητα δεδομένων για εναλλακτικούς κλάδους του real estate, αλλά και οι σαφέστεροι κανόνες για την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων.
Ιδιαίτερα έντονη ήταν η βελτίωση στην περιοχή Ασίας-Ειρηνικού, με Ινδία, Βιετνάμ, Νότια Κορέα, Αυστραλία και Ταϊλάνδη να καταλαμβάνουν τις μισές θέσεις της πρώτης δεκάδας των αγορών με τη μεγαλύτερη πρόοδο.
Η Ινδία ξεχωρίζει, καθώς οι μεγαλύτερες πόλεις της έχουν περάσει βαθύτερα στην κατηγορία των «Transparent» αγορών, χάρη στην ανάπτυξη ψηφιακών υποδομών και την ενίσχυση της παρουσίας εισηγμένων εταιρειών. Παράλληλα, οι επενδύσεις στην Ινδία και το Βιετνάμ έχουν φτάσει σε ιστορικά υψηλά επίπεδα.
Σημαντική πρόοδος στον Κόλπο
Ανοδική πορεία καταγράφουν και οι αγορές του Κόλπου. Σαουδική Αραβία, Ντουμπάι, Αμπού Ντάμπι και Κατάρ συγκαταλέγονται στις αγορές με τη μεγαλύτερη βελτίωση την τελευταία δεκαετία.
Στη Σαουδική Αραβία, η στρατηγική Vision 2030 επιταχύνει την ψηφιοποίηση της δημόσιας διοίκησης και τη δημιουργία κεντρικών βάσεων δεδομένων για ενοίκια, τιμές πώλησης και όγκους συναλλαγών. Στο Ντουμπάι και το Αμπού Ντάμπι ενισχύονται επίσης οι ψηφιακές υπηρεσίες και το θεσμικό πλαίσιο.

Η ενέργεια γίνεται κριτήριο επιλογής ακινήτων
Ένα από τα σημαντικότερα συμπεράσματα της έρευνας είναι ότι η διαθεσιμότητα και το κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας μετατρέπονται από δευτερεύον παράγοντα σε βασικό κριτήριο για την επιλογή τοποθεσίας, την ανάπτυξη και την απόδοση των ακινήτων.
Οι δείκτες διαφάνειας που αφορούν τα πρότυπα ενεργειακής απόδοσης, την παρακολούθηση της κατανάλωσης ενέργειας και την επάρκεια ηλεκτρικής ισχύος ήταν μεταξύ εκείνων που παρουσίασαν τη μεγαλύτερη βελτίωση.
Η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία για κλάδους με υψηλή κατανάλωση ενέργειας, όπως τα data centers και η προηγμένη βιομηχανία. Για τους επενδυτές και τους χρήστες ακινήτων, η δυνατότητα πρόσβασης στο δίκτυο και οι διαθέσιμες ενεργειακές υποδομές εξετάζονται πλέον σχεδόν ισότιμα με το κόστος μίσθωσης και τη διαθεσιμότητα εργατικού δυναμικού.
Τεχνητή νοημοσύνη και real estate
Παράλληλα, η τεχνητή νοημοσύνη επιταχύνει τη μετάβαση σε μια πιο διαφανή αγορά. Σύμφωνα με την JLL Research, πάνω από το 90% των επενδυτών και χρηστών ακινήτων χρησιμοποιούν πλέον εργαλεία AI, έναντι σημαντικά χαμηλότερων επιπέδων στην προηγούμενη έκδοση του δείκτη το 2024.
Η τεχνολογία χρησιμοποιείται για την ανάλυση εκατομμυρίων ακινήτων και συναλλαγών, τον εντοπισμό επενδυτικών ευκαιριών, αλλά και την προσομοίωση της επίδρασης νέων αναπτύξεων στις πόλεις και στην κατανάλωση ενέργειας.
Την ίδια στιγμή, όμως, η αυξημένη χρήση της AI δημιουργεί νέους κινδύνους, με την κυβερνοασφάλεια, την προστασία δεδομένων και την αβεβαιότητα για τις μελλοντικές ανάγκες σε χώρους εργασίας να βρίσκονται μεταξύ των σημαντικότερων προκλήσεων.
Περισσότερα κεφάλαια για εμπορικά ακίνητα
Η ενίσχυση της διαφάνειας συνδέεται, τέλος, με μια ευρύτερη αλλαγή στη δομή της αγοράς. Θεσμικοί και ιδιώτες επενδυτές αποκτούν ευκολότερη πρόσβαση σε εμπορικά ακίνητα μέσω νέων επενδυτικών προϊόντων και κανονιστικών αλλαγών.
Η JLL εκτιμά ότι οι συγκεκριμένες εξελίξεις θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε πάνω από 800 δισ. δολάρια πρόσθετων κεφαλαίων για το real estate έως το 2030.
Η τάση αυτή αυξάνει, ωστόσο, την ανάγκη για πιο αξιόπιστες μεθόδους αποτίμησης, τυποποιημένη πληροφόρηση για τις αποδόσεις και σαφέστερη ενημέρωση σχετικά με τους όρους ρευστότητας των επενδυτικών προϊόντων.
