Μιλώντας στο πάνελ με τίτλο «Social Real Estate Models: Addressing the Housing Challenge», ο κ. Μπίτζης υπογράμμισε ότι σε διεθνές επίπεδο δεν υπάρχει μία ενιαία «συνταγή» που να επιλύει το στεγαστικό πρόβλημα. Όπως εξήγησε, τα πιο επιτυχημένα παραδείγματα βασίζονται σε έναν συνδυασμό παρεμβάσεων, με έμφαση στην αύξηση της προσφοράς νέων κατοικιών, την ενεργοποίηση ανενεργού ή υποαξιοποιημένου αποθέματος και τη δημιουργία μόνιμων μηχανισμών διαχείρισης και επέκτασης του στεγαστικού αποθέματος.
Αναφερόμενος στην ελληνική αγορά, σημείωσε ότι δεν έχει ακόμη διαμορφωθεί ένα συνεκτικό οικοσύστημα κοινωνικής και προσιτής κατοικίας, παρά την πρόοδο που έχει καταγραφεί τα τελευταία χρόνια σε θεσμικό επίπεδο. «Απαιτείται η λειτουργική εφαρμογή μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής», τόνισε, επισημαίνοντας την ανάγκη για ένα εθνικό σύστημα που θα μπορεί να αυξάνει γρήγορα την προσφορά κατοικιών, ενώ ταυτόχρονα θα δημιουργεί μόνιμο απόθεμα.
Κεντρικό ρόλο σε αυτή τη στρατηγική, σύμφωνα με τον ίδιο, θα πρέπει να διαδραματίσει η σύσταση ενός Ενιαίου Φορέα Εφαρμογής Στεγαστικής Πολιτικής, ο οποίος θα αναλάβει τον συντονισμό, την ανάλυση της αγοράς, την ιεράρχηση των αναγκών και την παρακολούθηση της υλοποίησης των έργων. Παράλληλα, ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη δημιουργία ενός εξειδικευμένου «Ταμείου-Θεματοφύλακα», στα πρότυπα των διεθνών social housing revolving funds, το οποίο θα διαχειρίζεται και θα ανακυκλώνει πόρους, συμβάλλοντας στη μείωση του επενδυτικού κινδύνου και στην προσέλκυση κεφαλαίων.
Ο κ. Μπίτζης ανέδειξε επίσης τη σημασία των τοπικών δομών εφαρμογής, επισημαίνοντας ότι οι στεγαστικές ανάγκες διαφοροποιούνται σημαντικά ανά περιοχή, γεγονός που καθιστά αναγκαία την αποκεντρωμένη προσέγγιση.
Σε ό,τι αφορά την προσέλκυση επενδύσεων, τόνισε ότι «το κλειδί είναι η βελτίωση της οικονομικής εξίσωσης ενός έργου», μέσω της σταδιακής ωρίμανσης και της απομείωσης του κινδύνου. Μεταξύ των παρεμβάσεων που θα μπορούσαν να ενισχύσουν την ελκυστικότητα της ελληνικής αγοράς, ανέφερε τη μείωση του κόστους γης μέσω αξιοποίησης δημόσιων ακινήτων, την παροχή πολεοδομικών κινήτρων, την επιτάχυνση των αδειοδοτήσεων και τη διασφάλιση προβλεψιμότητας στις ταμειακές ροές.
«Αν ήμουν επενδυτής, θα εξέταζα την Ελλάδα στρατηγικά, υπό την προϋπόθεση ύπαρξης ώριμων έργων, καθαρών δομών, απλοποιημένων διαδικασιών και ουσιαστικού επιμερισμού κινδύνων», σημείωσε χαρακτηριστικά.
Κλείνοντας, έθεσε ως βασικό στόχο για την επόμενη διετία τη μετάβαση από τα υφιστάμενα αποσπασματικά μέτρα σε έναν μόνιμο μηχανισμό κλιμάκωσης της υλοποίησης, μέσω της δημιουργίας του ενιαίου φορέα και του εξειδικευμένου ταμείου. Όπως ανέφερε, η πρόκληση για την Ελλάδα δεν είναι μόνο η εφαρμογή νέων πολιτικών, αλλά κυρίως η επιτάχυνση της ωρίμανσης της αγοράς προσιτής και κοινωνικής κατοικίας.
