Μιλώντας στο πάνελ «Fixing the Foundations: Addressing Structural Challenges in Greek Real Estate», ο κ. Hancock τόνισε ότι, αν και ο κύκλος των NPLs δεν έχει πλήρως κλείσει, οι βασικοί μηχανισμοί διαχείρισής του έχουν ενεργοποιηθεί. Το βάρος της συζήτησης μετατοπίζεται πλέον από τη διαχείριση προβληματικών χαρτοφυλακίων στη διαμόρφωση ενός σύγχρονου, λειτουργικού και επαρκούς στεγαστικού αποθέματος.
Στην καρδιά της ανάλυσής του βρέθηκε το εκτιμώμενο έλλειμμα περίπου 250.000 κατοικιών, σε συνδυασμό με το υψηλό στεγαστικό κόστος που σε πολλές περιπτώσεις προσεγγίζει το 50% του διαθέσιμου εισοδήματος. Όπως σημείωσε, τα περίπου 30.000 ακίνητα που βρίσκονται σε χαρτοφυλάκια τιτλοποιήσεων δεν αποτελούν ουσιαστική λύση, καθώς στη συντριπτική τους πλειονότητα είναι ήδη κατοικημένα. «Η μεταφορά του ίδιου πληθυσμού από το ένα ακίνητο στο άλλο δεν αυξάνει την προσφορά», υπογράμμισε.
Η απάντηση, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι δομική: είτε περισσότερη γη είτε μεγαλύτερη πυκνότητα δόμησης. Μια τέτοια κατεύθυνση, ωστόσο, προϋποθέτει βαθιές πολεοδομικές παρεμβάσεις, επιτάχυνση και νομική θωράκιση των αδειοδοτήσεων, αλλά και κοινωνική συναίνεση σε κρίσιμα ζητήματα που αφορούν τη μορφή των πόλεων.
Αναφερόμενος στις τιμές, ο κ. Hancock ξεχώρισε δύο διαφορετικές αγορές που λειτουργούν παράλληλα. Στην εγχώρια αγορά, όπου η ζήτηση τροφοδοτείται από πραγματικές στεγαστικές ανάγκες και η προσφορά υπολείπεται σημαντικά, δεν διαπιστώνει συνθήκες «φούσκας», αλλά μια θεμελιώδη ανισορροπία. Αντίθετα, στο τμήμα των διεθνών επενδυτών, όπου οι τιμές σε ορισμένες περιπτώσεις υπερβαίνουν τα 20.000 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, οι κίνδυνοι υπερτίμησης είναι περισσότερο ορατοί, αν και –όπως σημείωσε– οι γεωπολιτικές εξελίξεις εξακολουθούν να στηρίζουν τη ζήτηση.
Πέρα από την προσφορά, ιδιαίτερη έμφαση έδωσε σε δύο ακόμη κρίσιμους παράγοντες: την ανάπτυξη σύγχρονων αστικών και μεταφορικών υποδομών, που θα καταστήσουν βιώσιμη οποιαδήποτε αύξηση πυκνότητας, και τη δημιουργία ενός πιο αποτελεσματικού συστήματος στεγαστικής χρηματοδότησης. Στο πλαίσιο αυτό, ανέδειξε την ανάγκη επανένταξης στην αγορά δανεισμού νοικοκυριών που επλήγησαν κατά την κρίση της προηγούμενης δεκαετίας, επισημαίνοντας ότι οι αθετήσεις εκείνης της περιόδου συνδέονταν με εξαιρετικές συνθήκες, όπως η εκτίναξη της ανεργίας στο 28%.
Η παρέμβασή του αποτυπώνει μια σαφή μετατόπιση για την ελληνική αγορά ακινήτων: από τη φάση της χρηματοπιστωτικής εξυγίανσης σε μια περίοδο όπου το βασικό διακύβευμα είναι η διαμόρφωση ενός βιώσιμου στεγαστικού μοντέλου. Ένα μοντέλο που δεν θα περιορίζεται στη διαχείριση του παρελθόντος, αλλά θα απαντά στις ανάγκες της πραγματικής οικονομίας και της κοινωνίας.
