Πάνω από 460 συναλλαγές με συνολικά 725 ξενοδοχεία και περισσότερα από 107.000 δωμάτια, άλλαξαν χέρια το 2025 μια ιδιαίτερα δυναμική χρονιά για τον ξενοδοχειακό κλάδο της Ευρώπης επιβεβαιώνοντας την ανοδική πορεία που είχε ξεκινήσει ήδη από το 2024.
Αισθητή έκανε την παρουσία της η Ελλάδα, με την Αθήνα να καταλαμβάνει τη δεύτερη θέση στην Ευρώπη σε όγκο συναλλαγών χαρτοφυλακίων, επιβεβαιώνοντας την θέση της ως ανερχόμενου επενδυτικού προορισμού στον τουριστικό τομέα.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της HVS, ο συνολικός όγκος συναλλαγών ανήλθε στα 22,6 δισεκατομμύρια ευρώ, σημειώνοντας αύξηση της τάξης του 30% σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Πρόκειται για το υψηλότερο επίπεδο από το 2019 και το τρίτο υψηλότερο που έχει καταγραφεί ποτέ στην Ευρώπη, γεγονός που υποδηλώνει τη σαφή επαναφορά της επενδυτικής εμπιστοσύνης στον κλάδο.
Η ενίσχυση της δραστηριότητας αποδίδεται σε μια σειρά παραγόντων. Η σταδιακή μείωση των επιτοκίων από τις ευρωπαϊκές κεντρικές τράπεζες, σε συνδυασμό με την ανθεκτικότητα των λειτουργικών επιδόσεων των ξενοδοχείων και τη διαθεσιμότητα επενδυτικών κεφαλαίων, δημιούργησαν ένα ιδιαίτερα ευνοϊκό περιβάλλον.
Ιδιαίτερη σημασία είχε η ενίσχυση των μεμονωμένων συναλλαγών (single asset deals), οι οποίες έφτασαν σε ιστορικό υψηλό τα 15,6 δισεκατομμύρια ευρώ. Αντίθετα, οι συναλλαγές χαρτοφυλακίων διατηρήθηκαν σε σχετικά σταθερά επίπεδα, γύρω στα 7 δισεκατομμύρια ευρώ. Η εξέλιξη αυτή δείχνει μια σαφή προτίμηση των επενδυτών σε πιο στοχευμένες τοποθετήσεις, αντί για μαζικές αγορές μεγάλων πακέτων ακινήτων.
Σε ό,τι αφορά τις τιμές, η μέση αξία ανά δωμάτιο διαμορφώθηκε στις 210.000 ευρώ, παρουσιάζοντας μικρή μείωση σε σχέση με το 2024, αλλά παραμένοντας υψηλότερη από τα επίπεδα του 2019. Η μέση αξία ανά ξενοδοχείο αυξήθηκε στα 31,1 εκατομμύρια ευρώ, ενώ ο μέσος αριθμός δωματίων ανά μονάδα ανήλθε στα 148, στοιχείο που υποδηλώνει αυξημένο ενδιαφέρον για μεγαλύτερα ακίνητα.
Αξιοσημείωτη ήταν και η κατανομή των συναλλαγών μέσα στο έτος, καθώς το επενδυτικό ενδιαφέρον παρέμεινε σταθερό τόσο στο πρώτο όσο και στο δεύτερο εξάμηνο. Το τρίτο τρίμηνο του 2025 ξεχώρισε με ιδιαίτερα ισχυρή άνοδο σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2024, καταδεικνύοντας την επιτάχυνση της αγοράς.
Σε επίπεδο επενδυτών, κυρίαρχο ρόλο διαδραμάτισαν οι ιδιοκτήτες-διαχειριστές ξενοδοχείων (Owner-Operators) και οι εταιρείες επενδύσεων ακινήτων. Οι δύο αυτές κατηγορίες συγκέντρωσαν το μεγαλύτερο μέρος της δραστηριότητας, με συναλλαγές που ξεπέρασαν συνολικά τα 24 δισεκατομμύρια ευρώ. Αντίθετα, τα επενδυτικά κεφάλαια ιδιωτικών συμμετοχών (Private Equity) περιόρισαν σημαντικά τη δραστηριότητά τους, καταγράφοντας πτώση 39%.
Παράλληλα, εντυπωσιακή ήταν η αύξηση της συμμετοχής ιδιωτών υψηλής καθαρής θέσης, οι οποίοι ενίσχυσαν σημαντικά τις αγορές τους, υποδηλώνοντας τη στροφή ιδιωτικών κεφαλαίων προς τον ξενοδοχειακό τομέα ως εναλλακτική επενδυτική επιλογή.
Σε γεωγραφικό επίπεδο, το Ηνωμένο Βασίλειο διατήρησε την πρωτοκαθεδρία ως η πιο ενεργή αγορά στην Ευρώπη, ακολουθούμενο από τη Γαλλία και την Ισπανία. Ιδιαίτερα εντυπωσιακή ήταν η ανάκαμψη της Γερμανίας, η οποία υπερδιπλασίασε τον όγκο συναλλαγών της, αντανακλώντας την επιστροφή της εμπιστοσύνης των επενδυτών.

Σε επίπεδο πόλεων, το Λονδίνο κατέκτησε την πρώτη θέση, ξεπερνώντας το Παρίσι, ενώ η Πράγα σημείωσε θεαματική άνοδο. Σημαντική βελτίωση κατέγραψαν επίσης το Βερολίνο και το Μόναχο, γεγονός που αναδεικνύει τη διεύρυνση της επενδυτικής δραστηριότητας πέρα από τους παραδοσιακούς πυρήνες.
Όσον αφορά τα ξενοδοχειακά προϊόντα, τα ξενοδοχεία υψηλής κατηγορίας (upscale) κυριάρχησαν στις συναλλαγές, αντιπροσωπεύοντας περίπου το 50% του συνολικού όγκου. Τα πολυτελή ξενοδοχεία, αν και λιγότερα σε αριθμό, συνέβαλαν σημαντικά σε αξία, λόγω της υψηλής τιμής ανά δωμάτιο.

Στον τομέα των χαρτοφυλακίων, το 2025 χαρακτηρίστηκε από μια πιο ισορροπημένη και γεωγραφικά διαφοροποιημένη δραστηριότητα σε σχέση με το 2024. Αν και ο συνολικός όγκος παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητος, παρατηρήθηκε αύξηση στον αριθμό των συναλλαγών αλλά με μικρότερα χαρτοφυλάκια, γεγονός που δείχνει μετατόπιση προς πιο εξειδικευμένες επενδυτικές στρατηγικές.
Κοιτάζοντας προς το 2026, οι προοπτικές παραμένουν θετικές, αν και δεν απουσιάζουν οι προκλήσεις. Η συνέχιση της αποκλιμάκωσης των επιτοκίων αναμένεται να στηρίξει την επενδυτική δραστηριότητα, ωστόσο η γεωπολιτική αστάθεια, ιδιαίτερα στη Μέση Ανατολή, δημιουργεί ένα πιο σύνθετο περιβάλλον.

Η ένταση στην περιοχή φαίνεται ήδη να επηρεάζει τις τουριστικές ροές, με ταξιδιώτες να στρέφονται προς ευρωπαϊκούς προορισμούς που θεωρούνται ασφαλέστεροι, όπως η Ελλάδα, η Ιταλία και η Ισπανία. Η τάση αυτή ενδέχεται να ενισχύσει τη ζήτηση για ενδοευρωπαϊκά ταξίδια, καθιστώντας το 2026 χρονιά ενίσχυσης των κοντινών προορισμών.
Παράλληλα, σε επίπεδο επενδύσεων, αναμένεται ενίσχυση της λεγόμενης «στροφής προς την ασφάλεια», με τους επενδυτές να προτιμούν ώριμες και σταθερές αγορές έναντι πιο ριψοκίνδυνων επιλογών. Η εξέλιξη των γεωπολιτικών εντάσεων, καθώς και οι επιπτώσεις τους στις τιμές ενέργειας και τον πληθωρισμό, θα διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της αγοράς.
Συνολικά, το 2025 αποτέλεσε μία χρονιά-ορόσημο για τον ευρωπαϊκό ξενοδοχειακό επενδυτικό κλάδο, με ισχυρές επιδόσεις και διευρυμένη δραστηριότητα. Παρά τις προκλήσεις που διαφαίνονται στον ορίζοντα, η αγορά δείχνει να διαθέτει τις βάσεις για να διατηρήσει τη δυναμική της και τα επόμενα χρόνια.
