Η έρευνα πραγματοποιήθηκε σε δείγμα 6.000 εργαζομένων από όλη τη χώρα, μέσω τηλεφωνικών συνεντεύξεων και στρωματοποιημένης τυχαίας δειγματοληψίας, κατά το διάστημα από 3 Νοεμβρίου έως 9 Δεκεμβρίου 2025.
Τα ευρήματα αναδεικνύουν ότι η υπέρβαση του κανονικού ωραρίου αποτελεί πλέον δομικό χαρακτηριστικό της εργασιακής πραγματικότητας. Σύμφωνα με τα στοιχεία, το 35,5% των εργαζομένων δηλώνει ότι εργάζεται πέρα από το συμβατικό του ωράριο, ενώ από αυτούς μόλις το 54,7% αμείβεται για τις επιπλέον ώρες εργασίας. Αντίθετα, το 34,5% δεν λαμβάνει καμία αμοιβή, ενώ ένα επιπλέον 8,9% αποζημιώνεται με άδεια ή ρεπό. Συνολικά, περισσότεροι από τέσσερις στους δέκα εργαζόμενους που πραγματοποιούν υπερωρίες δεν λαμβάνουν άμεση χρηματική αποζημίωση.

Η συχνότητα της υπερεργασίας αυξάνεται όσο μεγαλώνει το μέγεθος της επιχείρησης. Στις επιχειρήσεις με έως 9 εργαζόμενους, το 32% δηλώνει ότι εργάζεται πέρα από το ωράριό του τουλάχιστον περιστασιακά, ποσοστό που ανέρχεται στο 45,4% στις επιχειρήσεις με περισσότερους από 250 εργαζόμενους. Ωστόσο, η μεγαλύτερη ένταση υπερωριακής απασχόλησης καταγράφεται στις μεσαίες επιχειρήσεις, όπου περισσότεροι από ένας στους τρεις εργαζόμενους δηλώνουν ότι εργάζονται έξι ή περισσότερες επιπλέον ώρες εβδομαδιαίως.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα στοιχεία για τις έμφυλες διαφοροποιήσεις στην αμοιβή των υπερωριών. Οι άνδρες δηλώνουν σε ποσοστό 58,8% ότι αμείβονται για τις επιπλέον ώρες εργασίας τους, έναντι 48,9% των γυναικών. Αντίστοιχα, το 41,1% των γυναικών αναφέρει ότι δεν πληρώνεται για τις υπερωρίες του, έναντι 29,9% των ανδρών, γεγονός που, σύμφωνα με το ΙΝΕ ΓΣΕΕ, αναδεικνύει ανισότητες στην οικονομική αναγνώριση της πρόσθετης εργασίας.

Η έρευνα καταγράφει παράλληλα έντονα σημάδια εργασιακής επιβάρυνσης. Οι κυριότεροι παράγοντες πίεσης είναι ο μεγάλος φόρτος εργασίας και η πίεση χρόνου, που αναφέρονται από το 60,1% των εργαζομένων, καθώς και η παρατεταμένη όρθια ή καθιστική στάση, με ποσοστό 58,8%. Σημαντικά ποσοστά καταγράφονται επίσης στις επαναλαμβανόμενες σωματικές κινήσεις και σε άλλες πηγές εργασιακού άγχους.
Η κατάσταση εμφανίζεται ακόμη πιο επιβαρυμένη για όσους πραγματοποιούν πολλές υπερωρίες. Στους εργαζόμενους που εργάζονται περισσότερες από 11 επιπλέον ώρες την εβδομάδα, το 86,2% δηλώνει ότι αντιμετωπίζει έντονη πίεση χρόνου ή υπερβολικό φόρτο εργασίας, ενώ το 80,8% αναφέρει πολύωρη παραμονή σε όρθια ή καθιστική στάση.
Τα στοιχεία δείχνουν επίσης ότι η μη αμειβόμενη υπερωριακή εργασία συνδέεται με δυσμενέστερες εργασιακές συνθήκες. Οι εργαζόμενοι που δεν πληρώνονται για τις επιπλέον ώρες δηλώνουν συχνότερα ότι εργάζονται στον ελεύθερο χρόνο τους, αντιμετωπίζουν αυξημένο εργασιακό άγχος, περιορισμένη συνεργασία στον χώρο εργασίας και υψηλότερα περιστατικά σωματικής ή λεκτικής βίας.
Όσον αφορά τις επιπτώσεις στην υγεία, το άγχος αναδεικνύεται ως το συχνότερο πρόβλημα που συνδέεται με την εργασία. Το 42,1% των εργαζομένων δηλώνει ότι παρουσίασε ή είδε να επιδεινώνεται το άγχος του κατά τους τελευταίους δώδεκα μήνες. Ακολουθούν οι πόνοι σε οστά, αρθρώσεις και μύες (29,4%), οι πονοκέφαλοι ή η κόπωση των ματιών (28,9%) και η συνολική κόπωση (27,3%).
Ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά καταγράφονται στις μεγάλες επιχειρήσεις, όπου σχεδόν οι μισοί εργαζόμενοι δηλώνουν αυξημένο άγχος, ενώ σημαντική είναι και η επιβάρυνση σε μυοσκελετικά προβλήματα, πονοκεφάλους και γενικευμένη κόπωση.
Η έρευνα καταδεικνύει ακόμη ότι οι εργαζόμενοι που σκέφτονται συχνά να αλλάξουν εργασία εμφανίζουν σαφώς επιβαρυμένη εικόνα υγείας. Το 63,3% αυτών δηλώνει ότι αντιμετωπίζει άγχος που συνδέεται με την εργασία του, ποσοστό σημαντικά υψηλότερο από εκείνο των εργαζομένων που δεν εξετάζουν το ενδεχόμενο επαγγελματικής μετακίνησης.
Σύμφωνα με το ΙΝΕ ΓΣΕΕ, τα ευρήματα αναδεικνύουν ότι η ποιότητα της εργασίας δεν εξαρτάται μόνο από το επίπεδο των αμοιβών ή την κατοχή δεξιοτήτων, αλλά και από τις πραγματικές συνθήκες εργασίας, τον χρόνο απασχόλησης και την προστασία της υγείας των εργαζομένων. Η έκταση της υπερεργασίας και η συχνότητα των απλήρωτων υπερωριών αναδεικνύονται ως κρίσιμες προκλήσεις για την ελληνική αγορά εργασίας.