Κομβικό σημείο της κρίσης είναι το κλείσιμο των Στενά του Ορμούζ, από όπου διέρχεται περίπου το 20%-25% των παγκόσμιων εξαγωγών πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG). Η διακοπή της διέλευσης έχει προκαλέσει απότομη μείωση της προσφοράς ενέργειας, οδηγώντας σε έντονη άνοδο των τιμών, ιδιαίτερα στο φυσικό αέριο.
Η προθεσμιακή τιμή του πετρελαίου Brent crude oil για παράδοση τον Μάιο ξεπέρασε τα 90 δολάρια ανά βαρέλι, σημειώνοντας άνοδο περίπου 25% σε σχέση με τις 27 Φεβρουαρίου, πριν ξεκινήσουν οι στρατιωτικές επιχειρήσεις. Ακόμη μεγαλύτερη είναι η αντίδραση στην αγορά φυσικού αερίου: ο ευρωπαϊκός δείκτης αναφοράς TTF natural gas benchmark διαπραγματευόταν στα 54 ευρώ ανά μεγαβατώρα για παράδοση τον Απρίλιο στο χρηματιστήριο του Άμστερνταμ, έναντι 32 ευρώ στα τέλη Φεβρουαρίου — αύξηση σχεδόν 70%.
Άνοδος στο φυσικό αέριο
Η εντονότερη άνοδος στο φυσικό αέριο αποδίδεται στο γεγονός ότι η αγορά ήδη βρισκόταν σε πιο «σφιχτή» ισορροπία πριν ξεσπάσει η σύγκρουση. Αντίθετα, στην αγορά πετρελαίου υπήρχαν συνθήκες σχετικά υψηλών αποθεμάτων και υπερβάλλουσας προσφοράς. Παράλληλα, στο πετρέλαιο υπάρχουν εναλλακτικές διαδρομές μεταφοράς: η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα μπορούν να χρησιμοποιήσουν αγωγούς που μεταφέρουν αργό προς την Ερυθρά Θάλασσα και το Ομάν αντίστοιχα, ενώ το Ριάντ διαθέτει σημαντικά αποθέματα πετρελαίου σε εγκαταστάσεις αποθήκευσης εκτός χώρας.
Παρά τις δυνατότητες αυτές, οι αυξήσεις στις τιμές ενέργειας αποτελούν σοβαρή απειλή για οικονομίες που εξαρτώνται από εισαγωγές καυσίμων, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά και μεγάλες ασιατικές οικονομίες, μεταξύ των οποίων η Κίνα, η Ιαπωνία και η Ινδία. Η άνοδος των τιμών ενέργειας επιβαρύνει άμεσα τα νοικοκυριά και αυξάνει το κόστος παραγωγής για τις επιχειρήσεις, περιορίζοντας την κατανάλωση και επιβραδύνοντας την οικονομική ανάπτυξη.
Για την Ευρώπη ειδικότερα, όπου το ενεργειακό κόστος παραμένει σημαντικά υψηλότερο σε σχέση με τις ΗΠΑ και την Κίνα, η νέα κρίση ενδέχεται να αποτελέσει ακόμη ένα πλήγμα για την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας.
Το εύρος των οικονομικών επιπτώσεων θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τη διάρκεια της σύγκρουσης και το πόσο θα παραμείνουν κλειστά τα Στενά του Ορμούζ. Σύμφωνα με αναλυτές, το κρίσιμο χρονικό όριο είναι περίπου ένας μήνας: εάν η σύρραξη τερματιστεί εντός τεσσάρων έως πέντε εβδομάδων —όπως είχε αρχικά εκτιμήσει ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ— οι επιπτώσεις ενδέχεται να παραμείνουν διαχειρίσιμες.
Η εμπειρία από την Ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022 δείχνει πόσο γρήγορα οι αυξήσεις στην ενέργεια μπορούν να μεταφερθούν σε ολόκληρη την οικονομία. Στην Ευρωζώνη, ο πληθωρισμός είχε εκτοξευθεί τότε από 5,9% τον Φεβρουάριο του 2022 σε 10,6% τον Οκτώβριο, με κύριο μοχλό τις τιμές ενέργειας αλλά και τη σημαντική άνοδο στα τρόφιμα και τις υπηρεσίες.
Ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη
Σήμερα, ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη κινείται κοντά στον στόχο του 2% της Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, καθώς διαμορφώθηκε στο 1,9% τον Φεβρουάριο, κυρίως λόγω της πτώσης των τιμών ενέργειας κατά 3,1% σε ετήσια βάση. Ωστόσο, οι τιμές υπηρεσιών αυξάνονται κατά 3,4% και των τροφίμων κατά 2,6%, γεγονός που διατηρεί την ανησυχία για δευτερογενείς πληθωριστικές πιέσεις.
Σε αυτό το πλαίσιο, η ΕΚΤ παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις. Ο πρόεδρος της Deutsche Bundesbank, Γιόαχιμ Νάγκελ, δήλωσε ότι το θέμα θα συζητηθεί στη συνεδρίαση νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ στις 19 Μαρτίου. Όπως σημείωσε, οι κεντρικοί τραπεζίτες θα εξετάσουν τα τελευταία δεδομένα πριν αποφασίσουν αν η τρέχουσα στάση νομισματικής πολιτικής παραμένει κατάλληλη ή αν απαιτούνται νέα μέτρα.
Παρά τις ανησυχίες, οι αγορές δεν προεξοφλούν προς το παρόν αύξηση επιτοκίων τον Μάρτιο, καθώς θεωρούν ότι είναι ακόμη νωρίς για σαφή συμπεράσματα σχετικά με τις μακροοικονομικές συνέπειες της κρίσης στη Μέση Ανατολή.
