24 Απρ 2026

Πού κερδίζονται και πού χάνονται τα τετραγωνικά στην Ελλάδα

Από τη συρρίκνωση στο κέντρο της Αθήνας και τις εκπλήξεις της περιφέρειας, τα στοιχεία αποκαλύπτουν μια αγορά πολλών ταχυτήτων

  • RE+D Magazine

Παρά τη γενικευμένη αίσθηση ότι τα ελληνικά σπίτια μικραίνουν, τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν μια πιο σύνθετη εικόνα, με έντονες διαφοροποιήσεις ανά περιοχή και αστικό ιστό.

Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση που δημοσίευσε η ReDataSet η πιο καθαρή τάση συρρίκνωσης καταγράφεται στο κέντρο της Αθήνας. Τα διαμερίσματα που κατασκευάζονται σήμερα είναι κατά μέσο όρο περίπου 10 τ.μ. μικρότερα σε σχέση με την κορύφωση της δεκαετίας του 1990, επιβεβαιώνοντας μια σταθερή πίεση προς μικρότερες επιφάνειες . Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται κυρίως στην υψηλή πυκνότητα δόμησης και στην έλλειψη διαθέσιμων οικοπέδων, που περιορίζουν τις δυνατότητες ανάπτυξης μεγαλύτερων κατοικιών.

Αντίθετα, στα βόρεια προάστια η εικόνα είναι διαφορετική. Μετά από μια κάμψη τη δεκαετία του 2010, τα μεγέθη όχι μόνο ανέκαμψαν αλλά έφτασαν σήμερα περίπου τα 105 τ.μ., καταγράφοντας σαφή απόκλιση από την τάση συρρίκνωσης . Η χαμηλότερη πυκνότητα και τα μεγαλύτερα οικόπεδα επιτρέπουν την ανάπτυξη πιο ευρύχωρων κατοικιών.

Στα νότια προάστια παρατηρείται επίσης ανθεκτικότητα. Παρότι υπάρχει μια μικρή μείωση σε σχέση με τα επίπεδα της δεκαετίας του 1990, τα νέα διαμερίσματα παραμένουν κοντά στα 95 τ.μ., σημαντικά πάνω από τον μέσο όρο της πόλης . Η ζήτηση για μεγαλύτερους χώρους, ιδίως κοντά στο παραλιακό μέτωπο, φαίνεται να διατηρεί τις επιφάνειες σε υψηλά επίπεδα.

Στη δυτική Αθήνα, η αγορά έχει ουσιαστικά σταθεροποιηθεί. Τα διαμερίσματα κινούνται εδώ και δεκαετίες γύρω στα 85 τ.μ., χωρίς σημαντικές αυξομειώσεις .

Παρόμοια εικόνα παρουσιάζει και ο Πειραιάς, όπου μετά την κορύφωση της δεκαετίας του 1990, οι επιφάνειες υποχώρησαν ελαφρώς και έκτοτε διατηρούνται περίπου στα 82 τ.μ., σχηματίζοντας μια μακροχρόνια «πλατό» .

Εκτός Αττικής, οι τάσεις διαφοροποιούνται ακόμη περισσότερο. Η Θεσσαλονίκη αποτελεί χαρακτηριστική εξαίρεση, καθώς τα νέα διαμερίσματα είναι πλέον μεγαλύτερα κατά περίπου 24 τ.μ. σε σχέση με τη δεκαετία του 1960, φτάνοντας τα 84 τ.μ. . Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με τη μεταγενέστερη αστικοποίηση της πόλης και τη συνεχιζόμενη ανάπτυξή της.

Τέλος, στο Ηράκλειο Κρήτης καταγράφεται αξιοσημείωτη σταθερότητα: το μέσο μέγεθος διαμερίσματος παραμένει κοντά στα 90 τ.μ. εδώ και περίπου 60 χρόνια, χωρίς ουσιαστικές μεταβολές .

Συνολικά, τα δεδομένα δείχνουν ότι δεν υπάρχει μία ενιαία τάση για το μέγεθος των κατοικιών στην Ελλάδα. Αντίθετα, διαμορφώνεται ένα μωσαϊκό αγορών: το κέντρο της Αθήνας πιέζεται προς μικρότερα σπίτια, τα προάστια διατηρούν ή αυξάνουν τις επιφάνειες, ενώ άλλες πόλεις είτε σταθεροποιούνται είτε ακολουθούν ανοδική πορεία. Το μέγεθος της κατοικίας φαίνεται πλέον να εξαρτάται λιγότερο από τη γενική συγκυρία και περισσότερο από τα τοπικά χαρακτηριστικά κάθε περιοχής.




By browsing this website, you agree to our privacy policy.
I Agree