Η απόφαση αφορά κυρίως δύο βασικά ζητήματα: το χρονοδιάγραμμα του έργου και το πριμ ύψους 41,6 εκατ. ευρώ. Το υπουργείο έκανε δεκτό το σκέλος της ένστασης που σχετίζεται με το πριμ, κρίνοντας ότι –τουλάχιστον στο παρόν στάδιο– δεν είναι νόμιμο να ζητηθεί η επιστροφή του ποσού από την ανάδοχο.
Αντίθετα, απέρριψε τα υπόλοιπα αιτήματα της κοινοπραξίας που αφορούν το χρονοδιάγραμμα. Υιοθέτησε τη θέση της Ελληνικό Μετρό, σύμφωνα με την οποία το έργο μπορεί να ολοκληρωθεί έως τις 3 Σεπτεμβρίου 2032. Η ημερομηνία αυτή είναι σημαντικά νωρίτερα από την πρόταση της αναδόχου, η οποία τοποθετούσε την ολοκλήρωση τον Φεβρουάριο του 2034.
Το αρμόδιο Συμβούλιο, εξετάζοντας τα στοιχεία, κατέληξε ότι το αναθεωρημένο χρονοδιάγραμμα που παρουσίασε η κοινοπραξία ουσιαστικά ισοδυναμεί με αίτημα παράτασης του έργου, ανεξάρτητα από το πώς αυτό διατυπώθηκε. Με άλλα λόγια, έκρινε ότι η ανάδοχος ζητά περισσότερο χρόνο για την ολοκλήρωση των εργασιών.
Παράλληλα, το Συμβούλιο έκρινε ότι το χρονοδιάγραμμα που έχει εγκριθεί από το υπουργείο είναι πιο ρεαλιστικό και τεχνικά εφαρμόσιμο, καθώς βασίζεται σε συγκεκριμένα και τεκμηριωμένα δεδομένα. Σημείωσε επίσης ότι δεν περιλαμβάνει δραστηριότητες που δεν έχουν ακόμη οριστικοποιηθεί.
Σε ό,τι αφορά τις καθυστερήσεις, απορρίφθηκε ο ισχυρισμός της κοινοπραξίας ότι αυτές οφείλονται συνολικά σε λόγους ανωτέρας βίας. Το Συμβούλιο ξεκαθάρισε ότι τέτοιες περιπτώσεις αντιμετωπίζονται με τη χορήγηση παρατάσεων και όχι με γενική «παύση» των συμβατικών προθεσμιών.
Τι ισχύει για το πριμ
Διαφορετική ήταν η κρίση για το πριμ των 41,6 εκατ. ευρώ. Σε αυτό το σημείο, το Συμβούλιο δέχθηκε ότι οι καθυστερήσεις σχετίζονται σε μεγάλο βαθμό με τη μη έγκαιρη παράδοση χώρων εργασίας από την πλευρά του κυρίου του έργου.
Για τον λόγο αυτό, έκρινε ότι οι συνθήκες προσεγγίζουν την έννοια της ανωτέρας βίας, με αποτέλεσμα να μην είναι νόμιμη –στην παρούσα φάση– η απαίτηση επιστροφής της πρόσθετης αυτής καταβολής.
Το ιστορικό της υπόθεσης
Η σύμβαση για την κατασκευή της Γραμμής 4 υπογράφηκε τον Ιούνιο του 2021, με συνολικό προϋπολογισμό άνω του 1,15 δισ. ευρώ και αρχικό στόχο ολοκλήρωσης το 2029.
Κατά την εξέλιξη του έργου εγκρίθηκε αρχικό χρονοδιάγραμμα και στη συνέχεια δόθηκαν επιμέρους παρατάσεις. Ωστόσο, η ανάδοχος δεν υπέβαλε έγκαιρα επικαιροποιημένα χρονοδιαγράμματα, παρά τις σχετικές υποχρεώσεις της. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα το 2025 η αρμόδια υπηρεσία να της ζητήσει επισήμως να καταθέσει νέο πρόγραμμα εργασιών.
Τελικά, τον Οκτώβριο του 2025 η κοινοπραξία υπέβαλε αναθεωρημένο χρονοδιάγραμμα, στο οποίο κατέγραφε σημαντικές καθυστερήσεις – κυρίως λόγω της καθυστερημένης παράδοσης χώρων. Σύμφωνα με αυτό, η ολοκλήρωση του έργου μεταφερόταν έως τον Φεβρουάριο του 2034, δηλαδή περίπου πέντε χρόνια αργότερα από τον αρχικό σχεδιασμό.
Το υπουργείο, μετά από αξιολόγηση των στοιχείων, προχώρησε σε διορθώσεις και ενέκρινε νέο χρονοδιάγραμμα με τελική ημερομηνία τον Σεπτέμβριο του 2032.
Οι θέσεις των δύο πλευρών
Η κοινοπραξία υποστήριξε ότι το χρονοδιάγραμμα που ενέκρινε το υπουργείο δεν είναι ρεαλιστικό ούτε τεχνικά εφαρμόσιμο. Όπως ανέφερε, δεν λαμβάνει υπόψη όλες τις επιπτώσεις των καθυστερήσεων στην αλληλουχία των εργασιών και οδηγεί σε τεχνητή «συμπίεση» του χρόνου κατασκευής.
Επιπλέον, τόνισε ότι το δικό της αναθεωρημένο χρονοδιάγραμμα δεν αποτελεί αίτημα παράτασης, αλλά αποτύπωση της πραγματικής κατάστασης του έργου, όπως της ζητήθηκε από την υπηρεσία. Υποστήριξε επίσης ότι οι καθυστερήσεις δεν οφείλονται σε δική της ευθύνη, αλλά σε εξωτερικούς παράγοντες, όπως η μη έγκαιρη παράδοση χώρων.
Από την πλευρά του, το υπουργείο απάντησε ότι το χρονοδιάγραμμα της αναδόχου περιλάμβανε υπερβολικές διάρκειες, καθυστερήσεις που δεν τεκμηριώνονται επαρκώς, καθώς και εργασίες που δεν είχαν ακόμη εγκριθεί. Για τον λόγο αυτό, προχώρησε σε προσαρμογές, λαμβάνοντας υπόψη μόνο τις αποδεδειγμένες καθυστερήσεις.
Παράλληλα, υποστήριξε ότι έγιναν τεχνικές παρεμβάσεις –όπως παράλληλη εκτέλεση εργασιών– ώστε να ανακτηθεί μέρος του χαμένου χρόνου, χωρίς να αλλοιωθεί η βασική λογική του έργου ή οι συμβατικοί όροι.
