Η εκδήλωση βασίστηκε στα συμπεράσματα της έκθεσης Deloitte Human Capital Trends 2026 και ανέδειξε μια κρίσιμη πρόκληση για τις επιχειρήσεις: την ανάγκη γεφύρωσης του «επενδυτικού κενού» ανάμεσα στην τεχνολογική υποδομή και την ανάπτυξη ανθρώπινου κεφαλαίου, σε μια περίοδο όπου η Τεχνητή Νοημοσύνη μετασχηματίζει τα επιχειρηματικά μοντέλα και τις εργασιακές δομές.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, το 93% των επενδύσεων των οργανισμών στην τεχνητή νοημοσύνη κατευθύνεται σε τεχνολογικές υποδομές, ενώ μόλις το 7% επενδύεται στην ανάπτυξη ανθρώπινων δεξιοτήτων και στη δημιουργία νέων μοντέλων εργασίας. Η αναντιστοιχία αυτή, σύμφωνα με τη Deloitte, ενδέχεται να εξελιχθεί σε στρατηγικό κίνδυνο, καθώς οι οργανισμοί επενδύουν σε τεχνολογική ισχύ χωρίς να αναπτύσσουν παράλληλα τις δεξιότητες και την κουλτούρα που απαιτούνται για να αξιοποιηθεί ουσιαστικά η νέα πραγματικότητα.
Στο επίκεντρο των συζητήσεων βρέθηκε η μετάβαση από το Generative AI στη νέα εποχή του Agentic AI, όπου τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης δεν λειτουργούν απλώς ως εργαλεία παραγωγής περιεχομένου, αλλά αποκτούν δυνατότητα κατανόησης πλαισίου, πρόθεσης και στόχου ώστε να παράγουν συγκεκριμένα αποτελέσματα.
Η νέα αυτή φάση, σύμφωνα με τα ευρήματα, απαιτεί συνολικό επανασχεδιασμό της εργασίας και όχι απλή ενσωμάτωση τεχνολογίας σε υφιστάμενες διαδικασίες. Ωστόσο, παρά τις υψηλές προσδοκίες, μόλις το 20% των εταιρειών δηλώνει ότι βλέπει άμεση αύξηση εσόδων από την Τεχνητή Νοημοσύνη, ενώ το 84% δεν έχει ακόμη προχωρήσει σε ουσιαστικό ανασχεδιασμό των εργασιακών δομών του.
Στην εκδήλωση συμμετείχε και η Νίκη Κεραμέως, η οποία υπογράμμισε ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν θα πρέπει να αντιμετωπιστεί ως απειλή αλλά ως εργαλείο ενίσχυσης της παραγωγικότητας και δημιουργίας νέων ευκαιριών. Όπως σημείωσε, κρίσιμος παράγοντας για την αξιοποίηση των δυνατοτήτων της είναι η επένδυση στη δια βίου μάθηση και στις νέες δεξιότητες, ώστε να διασφαλιστεί ότι οι εργαζόμενοι θα μπορέσουν να προσαρμοστούν στις απαιτήσεις της επόμενης ημέρας.
Από την πλευρά της Deloitte, ο Γιώργος Φράγκος επισήμανε ότι το AI μεταβάλλει όχι μόνο τα εργαλεία αλλά τον ίδιο τον τρόπο σχεδιασμού της εργασίας και λήψης αποφάσεων, τονίζοντας πως η ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων θα κριθεί από τις ηγετικές επιλογές γύρω από τον επανασχεδιασμό ρόλων, την ανάπτυξη δεξιοτήτων και την οικοδόμηση εμπιστοσύνης.
Ένα από τα βασικά συμπεράσματα της συζήτησης ήταν ότι το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης δεν θα προκύψει αποκλειστικά από την τεχνολογία αλλά από τον συνδυασμό τεχνολογίας και ανθρώπινων δυνατοτήτων. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, οργανισμοί που εφαρμόζουν ανθρωποκεντρικές στρατηγικές γύρω από το AI εμφανίζονται σχεδόν 2,5 φορές πιθανότερο να καταγράφουν ισχυρότερες οικονομικές επιδόσεις.
Η Deloitte υποστήριξε επίσης ότι οι παραδοσιακοί οικονομικοί δείκτες δεν επαρκούν πλέον για να αξιολογήσουν την επιτυχία ενός οργανισμού. Παράγοντες όπως η ψυχολογική ασφάλεια των εργαζομένων, η ταχύτητα επανεκπαίδευσης και η εσωτερική κινητικότητα αποκτούν αυξανόμενη σημασία, διαμορφώνοντας ένα νέο πλαίσιο αξιολόγησης της οργανωσιακής ανθεκτικότητας και ανταγωνιστικότητας.
Το κεντρικό μήνυμα της διοργάνωσης ήταν σαφές: στην εποχή του AI, η τεχνολογία λειτουργεί ως επιταχυντής, αλλά ο ανθρώπινος παράγοντας παραμένει ο καθοριστικός μοχλός δημιουργίας αξίας. Για τις επιχειρήσεις, η ισορροπία μεταξύ τεχνολογικής επένδυσης και ανάπτυξης ανθρώπινου κεφαλαίου δεν αποτελεί πλέον μόνο θέμα εταιρικής κουλτούρας αλλά στρατηγική επιχειρηματική αναγκαιότητα.
