15 Οκτ 2026

EY: Σημαντικός προορισμός διεθνών κεφαλαίων τα ακίνητα

  • Ειρήνη Θεοφανίδου

Ενισχύεται η ελκυστικότητα της Ελλάδας ως επενδυτικού προορισμού, σε μια συγκυρία κατά την οποία η αγορά ακινήτων εξακολουθεί να βρίσκεται αντιμέτωπη με αυξημένες τιμές και περιορισμένη προσιτότητα για τα ελληνικά νοικοκυριά.

Η θετική εικόνα των Αμεσων Ξένων Επενδύσεων (ΑΞΕ) δημιουργεί νέες προοπτικές για την οικονομία, επαναφέρει, ωστόσο, στο προσκήνιο το ερώτημα κατά πόσο η εισροή κεφαλαίων μπορεί να συνδυαστεί με την ενίσχυση της προσφοράς κατοικιών.

Σύμφωνα με την έρευνα EY Attractiveness Survey Ελλάδα 2026, ο αριθμός των επενδυτικών έργων άμεσων ξένων επενδύσεων στη χώρα αυξήθηκε κατά 34% το 2025, φτάνοντας τα 47, έναντι 35 το 2024. Την ίδια στιγμή, το 55% των ξένων επιχειρήσεων που συμμετείχαν στην έρευνα δηλώνει ότι σχεδιάζει να αναπτύξει ή να επεκτείνει τις δραστηριότητές του στην Ελλάδα μέσα στον επόμενο χρόνο, το υψηλότερο ποσοστό από το 2019, όταν ξεκίνησε η σχετική καταγραφή.

Στην αγορά ακινήτων, οι άμεσες ξένες επενδύσεις διαμορφώθηκαν σε περίπου 2,06 δισ. ευρώ το 2025, έναντι 2,75 δισ. ευρώ το 2024. Παρά την υποχώρηση σε ετήσια βάση, ο κλάδος εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό προορισμό διεθνών κεφαλαίων. Μάλιστα, το πρώτο τρίμηνο του 2026 οι εισροές αυξήθηκαν κατά 43,4% σε ετήσια βάση, φτάνοντας τα 511,6 εκατ. ευρώ.

Την ίδια ώρα, όπως φαίνεται στην έρευνα της EY η οποία επεξεργάζεται στοιχεία και από την Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ) οι τιμές των κατοικιών διατηρούν την ανοδική τους πορεία. Οι τιμές των διαμερισμάτων αυξήθηκαν κατά 5,5% σε ετήσια βάση το δεύτερο τρίμηνο του 2026, εντείνοντας τις πιέσεις στην αγορά κατοικίας.

Η πρόκληση της προσιτής στέγασης

Η αυξημένη επενδυτική δραστηριότητα δεν συνεπάγεται αυτομάτως αντίστοιχη αύξηση της διαθέσιμης κατοικίας. Όταν τα κεφάλαια κατευθύνονται σε ακίνητα υψηλής ζήτησης, ενώ η νέα προσφορά παραμένει ανεπαρκής, οι τιμές μπορεί να διατηρούνται σε υψηλά επίπεδα.

Το ζητούμενο για την ελληνική αγορά είναι πλέον η μετατροπή του επενδυτικού ενδιαφέροντος σε νέες αναπτύξεις και περισσότερες διαθέσιμες κατοικίες. Η πρόκληση είναι διπλή: να αξιοποιηθεί η δυναμική των ξένων κεφαλαίων και ταυτόχρονα να περιοριστεί το στεγαστικό βάρος για τα νοικοκυριά, ώστε η ανάπτυξη της αγοράς ακινήτων να αποκτήσει ευρύτερο οικονομικό και κοινωνικό αποτύπωμα.

Η έρευνα της EY

Η έρευνα – που εξετάζει την ελκυστικότητα της χώρας ως επενδυτικού προορισμού – πραγματοποιήθηκε μέσω online συνεντεύξεων από την FT Longitude για λογαριασμό της EY Ελλάδος, σε δείγμα 250 στελεχών από ξένες επιχειρήσεις, στο διάστημα από 27 Μαρτίου έως 23 Απριλίου 2026. Τα ευρήματά της, παρουσίασε ο Διευθύνων Σύμβουλος της ΕΥ Ελλάδος, Γιώργος Παπαδημητρίου, στο πλαίσιο συνέντευξης Τύπου με τη συμμετοχή του Σπύρου Θεοδωρόπουλου, Προέδρου του ΣΕΒ, και του Γιώργου Χονδρογιάννη, Διευθυντή της Διεύθυνσης Οικονομικής Ανάλυσης και Μελετών της Τράπεζας της Ελλάδος.

Τα στοιχεία του ΕΙΜ επιβεβαιώνουν, επίσης, τη μετατόπιση των greenfield επενδύσεων προς δραστηριότητες και κλάδους υψηλότερης προστιθέμενης αξίας. Οι περισσότερες επενδύσεις κατευθύνθηκαν στις υπηρεσίες λογισμικού και πληροφορικής, καθώς και στις επαγγελματικές υπηρεσίες και τις υπηρεσίες προς επιχειρήσεις (23%), με παράλληλη αύξηση των επενδύσεων στις μεταφορές και logistics (21%) και στην αγροδιατροφή (9%).

Σε ιστορικά υψηλό επίπεδο η πρόθεση για επενδύσεις

Μάλιστα, το 55% των συμμετεχόντων στην έρευνα της EY, δήλωσαν ότι η επιχείρησή τους σχεδιάζει να αναπτύξει ή να επεκτείνει τις δραστηριότητές της στην Ελλάδα, στη διάρκεια του επόμενου χρόνου. Αυτό είναι και το υψηλότερο ποσοστό από την πρώτη χρονιά διεξαγωγής της έρευνας στη χώρα μας, το 2019.

Βελτιωμένη η ελκυστικότητα της Ελλάδας

Την ίδια στιγμή, 58% των ερωτώμενων δηλώνουν ότι η άποψή τους για την Ελλάδα ως ένα μέρος όπου η επιχείρησή τους μπορεί να αναπτύξει ή να επεκτείνει τις δραστηριότητές της, έχει βελτιωθεί στη διάρκεια του τελευταίου χρόνου, ενώ 68% αναμένουν ότι η ελκυστικότητα της χώρας θα βελτιωθεί τα επόμενα τρία χρόνια (63% το 2025). Συγχρόνως, 82% θεωρούν αποτελεσματική την πολιτική ελκυστικότητας της Ελλάδας στην προσέλκυση διεθνών επενδυτών – το ποσοστό παραμένει στο ίδιο επίπεδο με το 2025, το οποίο είναι και το υψηλότερο που έχει καταγράψει η έρευνα.

Ως βασικές δυνητικές απειλές για την ελκυστικότητα της Ελλάδας κατά την επόμενη τριετία, οι συμμετέχοντες αναδεικνύουν τις γεωπολιτικές εντάσεις ή και συγκρούσεις (34%) και τις μακροοικονομικές συνθήκες (31%). Παρά τους κινδύνους αυτούς, που αφορούν ολόκληρη την Ευρώπη, μόλις 22% των συμμετεχόντων δήλωσαν ότι οι επιχειρήσεις τους ανέβαλαν, ακύρωσαν ή περιόρισαν τα επενδυτικά σχέδιά τους, αισθητά μικρότερο ποσοστό από αυτό που κατέγραψε η ευρωπαϊκή έρευνα (34%).

Τα πλεονεκτήματα, οι προκλήσεις και οι προτεραιότητες

Οι ερωτώμενοι ανέδειξαν ως βασικότερα συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας τη γεωγραφική θέση (31%), την ποιότητα ζωής, την ασφάλεια, τη διαφορετικότητα και τον πολιτισμό (26%), και την πολιτική σταθερότητα (25%). Στον αντίποδα, ως σημαντικότερα σημεία προς βελτίωση ανέφεραν το ρυθμιστικό περιβάλλον (28%), το επίπεδο της καινοτομίας και της έρευνας και ανάπτυξης (26%) και το κόστος της ενέργειας (24%).

Βασικοί τομείς στους οποίους θα πρέπει να επικεντρωθεί η Ελλάδα, προκειμένου να διατηρήσει την ανταγωνιστική της θέση στην παγκόσμια οικονομία, αναδεικνύονται η βελτίωση του εκπαιδευτικού συστήματος και των δεξιοτήτων και η διευκόλυνση της πρόσβασης σε ταλέντο (30%), η υποστήριξη στρατηγικών κλάδων, όπως το Cleantech, το AI, η άμυνα και η τεχνολογία (30%) και οι επενδύσεις σε μεγάλα έργα υποδομών (26%).





By browsing this website, you agree to our privacy policy.
I Agree